Σπύρος Αραβανής, Μελοποιημένος λόγος -κυκλοφορεί σύντομα [αποσπάσματα]

Είκοσι μελετήματακυκλοφορεί σε μια εβδομάδα από τις Εκδόσεις Μετρονόμος

aravanis-bk20.6.17

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ
Τι είναι αυτό που μπορεί να ενώσει έναν κατεξοχήν ποιητή, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, με έναν καθαρόαιμο φύσει και θέσει ροκ δημιουργό, όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος; Τι κοινό μπορεί να έχουν ένας αναγνωρισμένος θεατρικός συγγραφέας, όπως ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, με μια λαοφιλή λαϊκή τραγουδίστρια, όπως η Ελένη Βιτάλη; Πάνω σε ποιον κοινό κώδικα «συνομιλούν» ένας εμπνευσμένος γελοιογράφος, όπως ο Μποστ, και ένας αναγεννησιακός καλλιτέχνης, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις; Πού μπορούν να διασταυρωθούν συνθέτες διαφορετικής γενιάς, αισθητικής και τεχνοτροπίας και να μελοποιήσουν λογοτέχνες και ποιητές, επίσης διαφορετικής εποχής και σχολής, όπως ο Όμηρος, ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Κώστας Βάρναλης και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ; Κάτω από ποια μουσικολογική σκέπη μπορούν να συνυπάρξουν ετερογενείς δημιουργοί, όπως ο Μάνος Ελευθερίου, ο Παύλος Μάτεσις, ο Θωμάς Γκόρπας, ο Άλκης Αλκαίος, η Χάρις Αλεξίου και ο Σταμάτης Κραουνάκης; H απάντηση είναι μία. Ο Λόγος. Αυτή η δημιουργική ιδιοφωνία, η οποία προίκισε και συνεχίζει να προικίζει το ελληνικό τραγούδι συνεισφέροντας τα μέγιστα στον νεοελληνικό πολιτισμό με αυτή την αξιοσημείωτη ομοιομορφία μέσα από τη διαφορετικότητά της. Η προσέγγιση των έργων που παρουσιάζονται στο βιβλίο βασίστηκε σε έναν διπλό μεθοδολογικό άξονα. Από τη μια πλευρά, όσον αφορά τη μελέτη του στιχουργικού λόγου των δημιουργών, εφαρμόστηκε η αρχή της «ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου», μια ερευνητική μέθοδος για την υποκειμενική ερμηνεία του περιεχομένου των στοιχείων κειμένων, μέσω της συστηματικής διαδικασίας επεξεργασίας, ταξινόμησης και αναγνώρισης των θεμάτων, των μοτίβων λόγου και των τεχνοτροπιών, διαχρονικά και συγχρονικά. Από την άλλη πλευρά, χρησιμοποιήθηκε η μουσικολογική-δημοσιογραφική έρευνα (αρθρογραφία, βιβλιογραφία, δισκογραφία, συνεντεύξεις) στις μελέτες που αφορούν την παρουσία των μελοποιημένων κειμένων στην ελληνική δισκογραφία (με ορατό πάντα τον κίνδυνο παραλείψεων εξαιτίας του αχανούς και πολλάκις αταξινόμητου δισκογραφικού υλικού). Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις η δυνατότητα που προσφέρει το Διαδίκτυο, ως εργαλείο αναζήτησης και αποθήκευσης των δισκογραφικών καταγραφών, αποτελεί ένα λειτουργικό και συμπληρωματικό βοήθημα για τον αναγνώστη, ο οποίος παράλληλα με την ανάγνωση των κειμένων έχει τη δυνατότητα πέραν της προσωπικής του δισκοθήκης να αναζητήσει και να ακούσει εύκολα, γρήγορα και δωρεάν –μελανό σημείο των καιρών…– ολόκληρους δίσκους και μεμονωμένα τραγούδια από όλο το φάσμα της δισκογραφίας, αποκτώντας έτσι μια καλύτερη εποπτεία του υλικού για το οποίο γίνεται λόγος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Ο Μάνος Χατζιδάκις ως στιχουργός (απόσπασμα)

Η εμμονή του Χατζιδάκι σε ορισμένες λέξεις, που λειτουργούν έμμεσα, αλλά και άμεσα ως σύμβολα, είναι χαρακτηριστική. Κατ’ αρχάς η λέξη «παιδί», κομβικό σημείο των μελοποιημένων ποιημάτων και στίχων του: «Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα / είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει» («Ερωτικό»), «Ένα παιδί τριανταφυλλί / ήρθε μου πήρε το φιλί / κι έγινε δέντρο αμάραντο / μεσ’ στη παρθένα πλάση» («Σχέδιο για ένα δημοτικό τραγούδι»), «Παιδί της γης / παιδί τραγουδισμένο / έτσι που σε φαντάζομαι / σαν αστραπή» («Παιδί της γης»), «Ένα παιδί / απο τ’ αντικρινό παράθυρο / με βλέπει μ’ απορία να κοιμάμαι» («Ιδιωτική στιγμή»), Μες στ’ αγιάζι στη βροχή / δεν συνάντησα ψυχή / τα παιδιά που αγαπηθήκανε / φύγαν σ’ άλλην εποχή («Δυο παιδιά μες τη βροχή»), «Κάθε τρελό παιδί έχει στο χέρι / φιλί της Παναγιάς  κι ένα μαχαίρι» («Κάθε τρελό παιδί»), «Θα `χει μια στέρνα για καρδιά / θα περπατά στην αμμουδιά / θα κυνηγάει τα πουλιά / και θα σκοτώνει τα παιδιά» («Ο καινούριος προφήτης»), «Ο ταχυδρόμος πέθανε / ήταν παιδί στα δεκαεφτά / που τώρα έχει πετάξει» («Ο ταχυδρόμος πέθανε»), «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο / κυνηγάνε τους αστούς / πετσοκόβουν τα κεφάλια / από εχθρούς και από πιστούς» («Τα παιδιά κάτω στον κάμπο») και φυσικά το κοσμοτραγουδισμένο «Τα παιδιά του Πειραιά» κ.ά.

Ασφαλώς αυτή η επιμονή στο «παιδί» ερμηνεύεται από τον αειθαλή νεανικό του χαρακτήρα: «Εγώ τα νεανικά χρόνια μου εξακολουθώ να τα ζω: είμαι νέος ακόμη. Λοιπόν, ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αναμνησιολογήσω τα αληθινά νεανικά χρόνια μου διότι είμαι εν δράσει, διότι είμαι ανήσυχος και διότι εξακολουθώ να είμαι αναθεωρητής», από τον διαρκή νεανικό του περίγυρο, αλλά και από τη διαρκή αγωνία του για τους νέους, όπως διατυπώνοταν σε συνεντεύξεις και κείμενά του. Για ποιους όμως νέους στ’ αλήθεια ενδιαφέροταν; Λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του:

Τους βιολογικά μόνο νέους δε φιλοδοξώ να τους έχω συνομιλητές. Πολλοί από αυτούς –οι περισσότεροι- θα είναι οι μελλοντικοί μας δυνάστες, είτε υπό τη μορφή του επιλοχία στη στρατιωτική εκπαίδευση, είτε του φοροεισπράκτορα, είτε του αστυνόμου, είτε του ταξιτζή, είτε του βασανιστή, είτε του κερδοσκόπου ταβερνιάρη, είτε του υπαλλήλου τραπέζης, είτε του κλητήρα υπουργείου, είτε του θυρωρού τέλος πάντων στην πολυκατοικία που θα διαμένουμε. Χώρια που στον καιρό μας οι νεολαίες έχουν διαβρωθεί απ’ την κομματική ομαδοποίηση των πολιτικών παρατάξεων που τους αφαιρούν τη φυσική ευαισθησία της ηλικίας και τους καθιστούν έτοιμους προς βρώσιν και εκμετάλλευσιν. Μ’ αυτούς τι τάχα έχω να πω; Και τι μπορεί να πει ο οποιοσδήποτε; Οι άλλοι νέοι, οι επιλέγοντες, οι νέοι κάθε ηλικίας, οι νέοι που προορίζονται να κουβαλήσουν την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς τους, με καταλαβαίνουν και συνομιλούν μαζί μου θαυμάσια. Ακόμη και όταν διαφωνούν. Γι’ αυτούς τους νέους ενδιαφέρομαι. Γι’ αυτούς που μ’ επιλέγουν κι επιλέγω. Και που δεν έχουν ηλικία.

Στους στίχους του συναντάμε, επίσης, πολλάκις το «κορίτσι-γυναίκα» είτε ως ανώνυμη φιγούρα  π.χ. «Το μεθυσμένο κορίτσι», «Ένα κορίτσι λυγερό», «Κορίτσι μου γυναίκα μου ο χρόνος θα με πάρει / μα δεν κάνει χάρη/ στο πάθος θα χαθώ» («Αγάπη μου») είτε προσωποποιημένο π.χ. η Ελένη, η Μαρία Ελένη, η Μαριάνθη, η Ευρυδίκη, η Παναγία είτε ως «μάνα». Καθόλου τυχαίο το γεγονός. Είναι γνωστή η ιδιαίτερη αγάπη του Χατζιδάκι για τις γυναίκες και τις σπουδαίες του φίλες, αρχής γενομένης από την Μελίνα Μερκούρη. Ο Σεραφείμ Φυντανίδης έχει πει χαρακτηριστικά: «Δεν έχω ξαναδεί άντρα απέναντι στις γυναίκες σαν τον Χατζιδάκι: τζέντλεμαν, αβρός, κύριος! Ο Γκάτσος το ‘λεγε: “Αν δεν ήταν ομοφυλόφιλος ο Μάνος, θα μας τις είχε φάει όλες!”». Είναι γνωστή και η μεγάλη του αδυναμία, στην κα Αλίκη, τη μητέρα του. Γράφει μάλιστα στην «Προσωπογραφία της μητέρας μου», στο ένθετο σημείωμα του δίσκου Το Χαμόγελο της Τζοκόντας:

Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ’ αγαπάει. Θα ’θελε να ’χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή, να καρτεράει μια-δυο στιγμές που πέρασαν, μια-δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.

Ο δημοσιογράφος Βασίλης Αγγελικόπουλος έχει ερευνήσει διεξοδικά το θέμα της «γυναίκας» στο έργο του Μάνου Χατζιδάκιείτε αυτός είναι ο στιχουργός είτε (και κυρίως) ο συνθέτης. Τα βασικά συμπεράσματά του είναι πως στα τραγούδια του Χατζιδάκι που εχουν καθαρά ως θέμα τη γυναίκα (σε στίχους δικούς του, του Γκάτσου, του Μπουρμπούλη, του Καμπανέλλη, του Σολωμού κ.ά.) δεσπόζουν οι ακόλουθες τρεις μορφές: α) η μορφή του αλλόκοτου κοριτσιού: μια κάπως ασαφής και σαν ονειρική ύπαρξη, που δεν έχει γίνει ακόμα γυναίκα, αφού πάντα κάπως εξαφανίζεται, β) η μορφή της μητέρας:  σεβάσμια, ευγενική, διακριτική και ενίοτε τραγική, συχνά ταυτιζόμενη με τη μορφή της Παναγίας, αλλά όχι σπάνια και με τη μορφή της ερωμένης και γ) η ώριμη γυναίκα: η δια πυρός και σιδήρου πεπερασμένη ύπαρξη, που εκφράζεται με ποικίλους τρόπους: άλλοτε με αισθησιασμό, άλλοτε ως σύμβολο και φορέας κοινωνικής κριτικής.

Στους στίχους, τέλος, του Χατζιδάκι επαναλαμβάνονται αρκετές φορές λέξεις όπως η άνοιξη, το πουλί, η αγάπη, ο ουρανός, το σύννεφο κ.ά. Λέξεις «άφθαρτες» όχι ως προς τη χρήση τους, αλλά ως προς τα νοήματά τους. Λέξεις που αναδεικνύουν τη λυρικότητα της μουσικής και συντελούν στη δημιουργία της ονειρικής ατμόσφαιρας που αποπνέουν οι μελωδίες, ακόμη κι αν ως στιχουργήματα δεν έχουν το ιδεοπλαστικό και στοχαστικό βάθος του λόγου άλλων μεγάλων στιχουργών.  Λέξεις που χρησιμοποιεί κατά κόρον και ο Νίκος Γκάτσος, η γνωριμία τους, άλλωστε, χρονολογείται από το 1943, συνεπώς εξηγείται η αλληλεπίδραση ή για να το πούμε  ιστορικά σωστά, η επιρροή του Γκάτσου, ένα γεγονός που αναγνωρίζει πρώτος ο Χατζιδάκις:

Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα, όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του «Λουμίδη» ή του «Πικαντίλλυ» να μιλάμε. Ο Γκάτσος μπορεί να δέχτηκε πληροφορίες από μένα, αλλά όχι επιρροή.

 

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, Δοκίμιο