Χρύσα Φάντη, Το αγόρι

fanti16.6.17
favicon
1.
Από τη μεριά του Π.

Γίνεται να είσαι υπάκουος αλλά και σβούρας; Αυτός όμως, έτσι ακριβώς ήταν. Τα αλλεπάλληλα πήγαινε έλα του δεν είχαν σταματημό. Yπάκουος αλλά και πραγματικός μπελάς. Αεικίνητος, σωστός διαβολάκος θα έλεγες, μέχρι τα πέντε χρόνια του σπανίως να τον  δεις σε καρέκλα. Κι όταν καθόταν ήταν τέτοια η ένταση και το στριφογύρισμα που σου θύμιζε εκκρεμές. Το κορμί του, ανίκανο να αποδράσει εξ αιτίας κάποιας «άνωθεν» απαγόρευσης (ή επειδή οι ίδιες οι περιστάσεις ήταν αφ’ εαυτού τους αποτρεπτικές, όπως π.χ. αναγκαστική παραμονή σε σινεμά, θέατρο, αυτοκίνητο, τρένο, εκκλησία) ακατάπαυστα περιδινούταν. Εγκλωβισμένο μέσα στη ίδια τη δίνη του, το κεφάλι έστριβε αριστερά δεξιά, τα μέλη τινάζονταν σαν να τα διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα, στήθος, κορμός, λεκάνη σείονταν λες κι είχε πάρει φωτιά το δέρμα του ή να τσιμπούσαν τη σάρκα του δεκάδες μικρές καρφιτσούλες (κάτι σαν το εκ διαμέτρου αντίθετο ενός φακίρη). Με το που πάτησε το πόδι του στο σχολείο εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα. Στο κέντρο του σχολικού προαύλιου και εν μέσω δασκάλων και μαθητών ένιωσε αίφνης να πνίγεται. Πήγε να μιλήσει κι η γλώσσα του γύρισε ανάποδα, πανικόβλητος έβγαλε κάτι άναρθρα γγγγγ κι έπεσε κάτω ξερός. Όπως ήταν επόμενο βρέθηκε στο  νοσοκομείο. Οι γιατροί διέγνωσαν μια μορφή άσθματος (που την απέδωσαν στη σκόνη και την πολυκοσμία) και ένα είδος καρδιακής αρρυθμίας που την αιτία της δεν κατάφεραν να προσδιορίσουν. Του έδωσαν  ένα φάρμακο για το άσθμα και μικρές δόσεις βαλεριάνας για τους παροξυσμούς. Παρά τις συστάσεις για ήρεμο περιβάλλον-καλό φαί-ανάπαυση, δεν έπαψε να είναι υπερκινητικός. Τώρα όμως με τρόπο αθέατο. Περισσότερο στο μυαλό παρά στο σώμα και τις κινήσεις. Για όσα πραγματικά τον έλκυαν και τον ενδιέφεραν, όπως, επί παραδείγματι,  πρωτότυπες φράσεις που με πάθος αλίευε, σκέψεις και ιδέες παράδοξες, αφηγήσεις που άκουγε από ζωντανές συζητήσεις ή αναγνώσματα «ελεύθερης βοσκής», ήταν ικανός να δώσει   όλη την προσοχή και το χρόνο του (όποιο κι αν ήταν το τίμημα ή το κόστος). Οι επιδόσεις του όμως στα άλλα, τα στανικά, αυτά που σύμφωνα με τις επιταγές των δασκάλων του όφειλε όχι μόνο να ακούει αλλά και να απομνημονεύει, ήταν αμελητέες, για να πούμε σκέτη καταστροφή. Με το χρόνο και με τα νέα δεδομένα να μην ευνοούν παλιές συμπεριφορές, ανέπτυξε μια ασίγαστη φιλομάθεια αλλά και μια ευμετάβλητη ιδιοσυγκρασία (φυσικό επακόλουθο εκείνης της βίαιης πρώιμης προσαρμογής). Παρόλο που οι γονείς του απόφευγαν να τον επικρίνουν, αυτή του η ιδιαιτερότητα (συν το άσθμα, συν οι ταχυκαρδίες) πυροδότησε μια ευσυγκινησία που θα ταίριαζε περισσότερο σε κορίτσι. Αν φερ’ ειπείν άκουγε σε κάποιο σοκάκι ένα γατάκι να νιαουρίζει εγκαταλειμμένο έβαζε τα κλάματα. Κάποτε δε, η απλή επίπληξη της κυρίας που τους καθάριζε, μιας νταρντανογυναίκας με μουστάκι και προχωρημένη τριχόπτωση, αύξησε τόσο την ταχυκαρδία του που παρά λίγο να τους μείνει στον τόπο. Ας μην αναφερθούμε στις αντιδράσεις του απέναντι στη μομφή ή τον ψόγο κάποιου προσώπου εξαιρετικά σεβάσμιου και προσφιλούς. Αναγκασμένος να αναχαιτίζει τις αυξημένες του ορμές (εσωτερικές και εξωτερικές) και κυριευμένος ταυτόχρονα από ακατάσχετη ανυπομονησία κατέφευγε σε φανταστικά μυστικά λογύδρια ενώ (μέσα του) το κορμί του συνέχιζε να χορεύει γύρω από το άξονά του. Σύντομα αφέθηκε σε ένα αόρατο γαϊτανάκι εικόνων, σκέψεων, και κρυφών μονολόγων που ούτε οι ανάγκες μιας επιτακτικής και επιβεβλημένης καθημερινότητας (εκείνη η ανελέητη καθημερινή αγγαρεία μιας ανήδονης βρώσης και πόσης) δεν μπορούσαν να διακόψουν. Κόντρα σ’ αυτή τη ρουτίνα, ο δικός του πυρετικός χορός, ή για να το εκφράσω καλύτερα, ο δικός του ιδιόρρυθμος εσωτερικός ρυθμός, άλλοτε ως κόκκινη αύρα κι άλλοτε ως ομιχλώδες τοπίο τον κρατούσε αιχμάλωτο ακόμη και τις ώρες του ύπνου.

Δεν ήταν δημοφιλής, αυτό να λέγεται. Τον πλήγωνε που κανείς δεν φαινόταν να τον εμπιστεύεται, τον στενοχωρούσε βαθιά εκείνη η αντίδραση (το μούδιασμα των άλλων ή το δικό του) κάθε φορά που επιδίωκε μια πιο ουσιώδη προσέγγιση ή επαφή. Αν και δεν ήταν κακός, πόσο μάλλον μνησίκακος, φίλους δεν είχε. Όχι ότι ταίριαζε στο είδος του μοναχικού λύκου. Αντιθέτως. Θα του άρεσε, πιστεύω, να αγορεύει. Άλλωστε, από ανάγκη επικοινωνίας ωθούμενος ακαταπαύστως μονολογούσε. Υποταγμένος στη  ψευδοαγοραφοβία του αγόρευε μπροστά σε ένα δικό του φανταστικό κοινό. Συχνά μπέρδευε τις  ώρες των μαθημάτων, κάποτε και τις μέρες που ήταν εργάσιμες με τις άλλες που ήταν αργίες. Μια μέρα βρέθηκε μόνος στο μέσον ενός άδειου ημικύκλιου χωρίς να γνωρίζει το λόγο ή τον τρόπο με το οποίο είχε βρεθεί εκεί. Ήταν άραγε μια φαντασιακή αντιστροφή στην ανάκληση εκείνου του βουερού σχολικού προαύλιου, όπου κάποτε είχε πέσει ξερός; Το γεγονός ότι αίφνης βρέθηκε σε ένα  χώρο  άδειο και ως εκ τούτου αγνώριστο, να άγγιξε μέσα του κάτι  εξωπραγματικό; Για πρώτη φορά στη ζωή του είχε μείνει ενώπιος ενωπίω, αυτός, ο εαυτός του και το κενό. Μήπως, εντέλει, υπνοβατούσε; Ήταν πιο ξύπνιος από ποτέ. Ανυπόμονος πάντα και υπερευαίσθητος, με τις σκέψεις του  όμοια με ρίζες να διακλαδίζονται μες στο κεφάλι του με τον ίδιο πάντα αλλοπρόσαλλο τρόπο, κλείστηκε στο καβούκι του κι έγινε τελικά ένας φανατικός βιβλιόφιλος. Ένα μάλλον υποχόνδριο και όχι και τόσο υπάκουο αγόρι. Παρά ταύτα, αν εξαιρούσαμε τα χαρακτηριστικά που ήδη σας ανέφερα (ασθενικός, αλιεύς του περίεργου κλπ. κλπ.) συν μερικά νευράκια που εξ αιτίας των προηγούμενων έγιναν περισσότερο μόνιμα κλέβοντας από τον ύπνο του και ταλαιπωρώντας το σώμα και τη ψυχή του, ήταν θα λέγαμε ένα μάλλον συνηθισμένο αγόρι. Ο πατέρας του, δικηγόρος στο επάγγελμα,  άντρας με φωνή στεντόρεια και αρκετά αριστοκρατικό παρουσιαστικό (αν και κάπως στενές πλάτες και αναμφίβολα δυσανάλογα κοντό σβέρκο) κι η μητέρα του, μια ξανθιά και αρκετά ευειδής πρώην κοινωνική λειτουργός, ήταν κι αυτοί δυο ήσυχοι και συνηθισμένοι γονείς. Που και που είχανε κι αυτοί τα νευράκια τους, για παράδειγμα, του πατέρα του δεν του άρεσε  που η μητέρα του αφ’ ότου άφησε τη δουλειά του μιλούσε ακατάπαυστα την ώρα που εκείνος προσπαθούσε να φάει και το μόνο που επιθυμούσε ήταν κάποιος  να του πασάρει την κανάτα με το νερό (κατά προτίμηση μάλιστα στα μουγκά) αλλά σε γενικές γραμμές όλα λειτουργούσαν καλά, όλοι μέσα στο σπίτι δείχνανε ικανοποιημένοι.

favicon
2.
Από τη μεριά του Πινόκιο

Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω αν όσα σας έχει μόλις αναφέρει ο Π. αφορούν εκείνο το συνηθισμένο (ή όχι και τόσο συνηθισμένο) αγόρι. Πόσο μάλλον αν έχουν όντως κάποια συνάφεια με αυτό που εγώ θυμάμαι σε σχέση με αυτό. Ας πούμε, όμως, πως με κάποιο έμμεσο τρόπο με αφορούν. Βρίσκομαι ακόμη στο πατρικό μου, είναι ένα συνηθισμένο βράδυ Σαββάτου. Ο γονείς μου λείπουν, η γυναίκα που με φροντίζει και που παραδόξως καθόλου δεν τη θυμάμαι ή τη θυμάμαι τόσο αμυδρά που μου είναι αδύνατον να την περιγράψω, δεν ξέρω που βρίσκεται, ίσως οι γονείς μου να της έχουνε δώσει ρεπό. Είναι βράδυ, σας το είπα νομίζω, και σε αυτή την περίπτωση, θέλω να πω, όπως ακριβώς το συνήθιζα κάθε που έμενα μόνος, θα πρέπει να μπήκα στο γραφείο του μπαμπά για να περιεργαστώ τις ξύλινες πίπες του και  να ανακατέψω τα χαρτιά του, μετά στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς για κείνα τα όμορφα καθρεφτάκια που μέσα τους έβλεπα το πρόσωπό μου και προφίλ και ανφάς και κατόπιν κατέβαζα το παντελόνι και με τον ίδιο τρόπο (και προφίλ και ανφάς) εξέταζα το πουλάκι μου που δεν έλεγε ακόμη να μεγαλώσει, κι ακολούθως, να πέρασα στο σαλόνι για να κατεβάσω μερικές γουλιές από το μπουκάλι με το αγαπημένο τους μπράντι πριν ξαναμπώ στη κρεβατοκάμαρα της μαμάς για να μυρίσω τα εσώρουχα της και στη συνέχεια γυρνώντας πίσω στο δωμάτιό μου να αυνανιστώ σαν άνθρωπος (δηλαδή και μια και δυο και τρεις απανωτές φορές χωρίς να χρειαστεί να κλειδωθώ στο μπάνιο). Υποθέτω, λοιπόν, πως και κείνο το βράδυ πάνω κάτω τα ίδια θα έκανα. Ωστόσο, όταν αντί για το κρεβατάκι μου βρέθηκα ανάσκελα στο πάτωμα της κουζίνας όλα είχαν σβήσει από τη μνήμη μου, είχανε γίνει αυτό που λέμε καπνός. Πάνω από το κεφάλι μου και ένα μέτρο απόσταση από το ταβάνι έβλεπα σε πλήρη διαύγεια δυο τεράστια πόδια αρκούδας. Έτσι όπως ήμουν με τις πιτζάμες πετάχτηκα έξω από την κουζίνα, και στη συνέχεια, έτσι ακριβώς όπως ήμουν (μπορεί όμως και να έριξα πάνω μου κάποιο παλτό, σκέφτομαι τώρα) βγήκα από το διαμέρισμα και κουτρουβαλώντας τις σκάλες βρέθηκα έξω από την πολυκατοικία στην οποία διαμέναμε (Αριστάρχου 18, 5ος όροφος, αν δεν με απατά η μνήμη). Με έβλεπα τώρα στην άκρη ενός δρόμου που τον διέσχιζαν φορτηγά, να βαδίζω αργά (αν και που και που επιτάχυνα) και πριν προλάβω να αντιληφτώ την αιτία που βάδιζα ή να αναρωτηθώ για ποιο σκοπό έτρεχα, βρέθηκα μέσα σε ένα κλειστό χώρο. Ήταν κάτι σαν κέντρο διασκέδασης αλλά όχι σαν αυτούς τους χώρους ή τέλος πάντων αυτά τα κέντρα που πήγαιναν οι δικοί μου. Αυτός ήταν πολύ παρακατιανός. Με ξύλινα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες καφενείου, με καπνούς και κόσμο που ως επί το πλείστον χόρευε καθιστός ενώ ταυτόχρονα έπινε και (εννοείται) κάπνιζε αρειμανίως. Εγώ είχα απλώς σταθεί δίπλα στην έξοδο (που όμως ήταν και είσοδος) μαζί με δυο τύπους που έμοιαζαν νταλικέρηδες, μπορεί όμως και να ήταν μπράβοι του μαγαζιού ή απλοί θαμώνες (για σεκιουριτάδες ή ντελιβεράδες το αποκλείω, τίποτε από αυτά δεν υπήρχε τότε), αλλά τελικά, το πιθανότερο (σκέφτομαι τώρα) να ήταν άνθρωποι της οικοδομής ή της λαχαναγοράς: σιδεράδες, μπογιατζήδες, κτίστες, και γενικώς διάφορα ματσακόνια, δυο τύποι what ever τέλος πάντων, που θα πρέπει να με είχαν πάρει στο κατόπι από την ώρα που βάδιζα (ή επιτάχυνα) χωρίς εγώ να τους έχω αντιληφτεί. Από τον κόσμο στα τραπεζάκια δεν μπορούσα να δω κανένα πρόσωπο κατά πρόσωπο, έβλεπα μόνο πλάτες και χέρια. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που τους κοιτούσα και με κοιτούσαν κατάφατσα, αν και αμφιβάλλω αν με έβλεπαν μέσα σε κείνο τον υποφωτισμένο και γεμάτο καπνούς χώρο (σκέφτομαι τώρα), όπου υπήρχαν μεν φώτα, κάτι πολύχρωμα λαμπιόνια που κρέμονταν από  γυμνά καλώδια πολύ κοντά στο ύψος της οροφής, αλλά εκεί που στεκόμουν εγώ (επιμένω σ’ αυτό) ο χώρος ήταν βυθισμένος στο σκότος. Με κοιτούσαν λοιπόν αυτοί αλλά μάλλον δεν με έβλεπαν, εγώ όμως τους έβλεπα μια χαρά έτσι όπως γυάλιζαν οι μούρες τους κάτω από τα λαμπιόνια.  Ήταν, θυμάμαι, ένας άντρας μελαχρινός σαν γύφτος και μια γυναίκα με ξανθό μαλλί, αρκετά τροφαντή, με κατακόκκινο βαμμένο στόμα. Και οι δυο τους κρατούσαν μικρόφωνα, περιστοιχισμένοι από κάποιους άλλους που ίσως δεν καλόβλεπα ή δεν πρόσεχα,  σκυμμένοι όπως ήταν πάνω σε κάτι μικρές κιθάρες.  Υπέθεσα ότι ο μελαχρινός κι η ξανθιά τραγούδαγαν και οι υπόλοιποι τους συνόδευαν με τις κιθαρίτσες αλλά δεν θυμάμαι να άκουγα μουσική ή τραγούδι. Ίσως ένιωθα και λίγο χαμένος. Ίσως και να φοβόμουν. Δεν το έδειξα όμως. Αντίθετα. Δεν έφυγα αν και μου φαίνεται πως και να προσπαθούσα δεν θα τα κατάφερνα να διαφύγω. Αίφνης με πλησιάζει  ένας τύπος ξερακιανός, γύρω στα σαράντα, με ψαρό μαλλί και ένα  πολύ αστείο κίτρινο παπιγιόν, περάστε, μου λέει, μην κάθεστε όρθιος, και με οδηγεί σε έναν άλλο κύριο, αυτός σαφώς γηραιότερος αλλά εξαιρετικά σωματώδης, με άσπρα γένια, μια γούνα ριγμένη πάνω του που έμοιαζε με προβιά και ένα ψηλό καπέλο (νομίζω πράσινο) φορεμένο στραβά στο κεφάλι. Κάτσε, μου λέει, αυτός, και μου δείχνει την άδεια καρέκλα δίπλα μου. «Εγώ εδώ μέσα είμαι ο Δάσκαλος, κι όλοι εδώ έτσι με αποκαλούν, Δάσκαλο, εσύ όμως μπορείς να με φωνάζεις με το όνομά μου» μου λέει. «Και ποιο είναι το όνομά σας, αν επιτρέπετε, κύριε;». «Ηρακλής». «Ηρακλής, ο γνωστός Πουαρό;» τον ρωτάω. «Ηρακλής, ο Σκέτος», μου λέει αυτός, πολύ σοβαρός. Και χωρίς να δείχνει πως έχει θιχτεί με το χιουμοράκι μου, «Κι εσύ εξυπνάκια μου, νομίζεις δεν ξέρω ποιος είσαι; Είσαι ο μικρός Χριστάκος που έχει μπαμπά εκείνο τον φουκαρά δικηγόρο και μαμά εκείνη την όμορφη που πριν καταντήσει γλωσσοκοπάνα ήταν μια κυριούλα του ελέους» μου λέει. «Αυτό όμως μη σε ανησυχεί. Με μένα μια μέρα θα γίνεις διάσημος. Περάστε, κύριε Χρίστο μας, θα ακούς από τους γύρω σου, αν και εγώ μεταξύ μας θα σε φωνάζω Πινόκιο». Του είπα πως ο μόνος Ηρακλής που ήξερα ήταν ο μυθικός. Και δεν φορούσε καπέλο. Του είπα επίσης πως εμένα η μύτη μου ήταν μικρή. Δεν μου απάντησε. Σηκώθηκε, μου ένευσε με το ένα χέρι ένα: άντε, πάμε, και πιάνοντας με το άλλο ένα μπαστούνι που στο στρογγυλό πάνω μέρος του είχε κάτι σκαλίσματα, το πέρασε γύρω από τον καρπό του σαν βραχιολάκι (ή ανοιχτή χειροπέδη, τώρα που το ξανασκέφτομαι). Θα πρέπει να είχε βρέξει για τα καλά γιατί όταν βγήκαμε από κείνο το μέρος το έδαφος ήταν υγρό και γεμάτο νερόλακκους. Κι ακόμη νομίζω έριχνε ένα τελευταίο τσιρ τσιρ, ο ουρανός δεν είχε ολότελα καθαρίσει. Προχωρήσαμε προσπαθώντας να αποφύγουμε τους νερόλακκους. Eκείνος σαν να μην καλοέβλεπε, παράπαιε και κάθε τόσο βάραγε με το μπαστούνι τις λαμαρίνες από τις παρκαρισμένες νταλίκες. Κι όλο και κάτι μουρμούριζε, βλαστήμαγε μάλλον. Είχαμε περάσει την Ιερά οδό και βαδίζαμε με κατεύθυνση τον Ασπρόπυργο. Κάμποση ώρα μετά με πήρε η μπόχα των διυλιστηρίων. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου υπήρχαν, θυμάμαι, χέρσες αλάνες, παροπλισμένα λεωφορεία και μερικά κτίσματα χαμηλά κι ασοβάντιστα που έμοιαζαν με μαντριά. Μετά θα πρέπει να αφήσαμε τον κύριο δρόμο γιατί βρεθήκαμε σε ένα έρημο ξέφωτο όλο σκουπίδι. Στο μέσον εκείνου του no man’ s ξερότοπου ο Ηρακλής σταμάτησε και όπως ο ραβδοσκόπος ή ο λιποτάκτης που φοβάται μη πέσει σε νάρκη, άρχισε να ανασκαλεύει απαλά το χώμα με το μπαστούνι του, ένα μπαστούνι που στα μάτια μου έμοιαζε περισσότερο με ραβδί από αμπέλι. Αν και όρκο δεν παίρνω πως επρόκειτο για κείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ή κάποια επόμενή της, κι ενώ συνέχιζα να τα βλέπω όλα σαν μέσα από το μισοξύπνι ενός τρίτου, για πρώτη φορά στη ζωή μου ένωσα πως ήμουν πράγματι εκεί όπου ήμουν, παρών.

favicon

©Χρύσα Φάντη, απόσπασμα από ανέκδοτη νουβέλα

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία