Δημήτρης Φύσσας, Παιδός διαπόρια

fyssas10.6.17
favicon

Όπου μια φαινομενικά ασυνήθιστη φιλία, σε υπερ –παπαδιαμάντειο ύφος.

Στους φίλους της ΑΛΕΦ

«Π ο ύ π α ς  π ι δ ά κ ι μ΄ π ο ύ  π α ς
Κ ι  μ α ς  ι δ ώ  μ ά ς  π α ρ α τ ά ς;»

Ο μείραξ, ο τα θρηνητικά ταύτα μέλη εκφωνήσας μεταξύ δακρύων και ρινορροής, υπό θερινόν απρόοπτον υετόν και επί την εξ αιτίας αυτού αβεβαίαν και μετακινουμένην όχθην του χειμάρου Δ ρ α κ ο ν έ ρ α, εστάθη προς στιγμήν άφωνος καίτοι ακόμη κλαίων. Κύριος οίδε τις πατρογονική -ή μάλλον μητρογονική, ούτως ειπείν- περίφροντις σκυταλοδοσία έσχεν τον νεανίσκον τούτον ως τελικόν αποδέκτην της ρητής παραδόσεως: οσάκις ενέσκηπτε θάνατος άρρενος τινος μέλους της οικογενείας, η ελεγεία, η και μ ο ι ρ ο λ ό ι λεγομένη, έδει χωρήσαι παρά του πλησιεστέρου μέλους της οικογενείας τού ευρόντος τον νεκρόν. Και τώρα τον νεκρόν, τον ολίγιστον και ελάχιστον και αλλόκοτον τούτον νεκρόν, είχεν ανεύρει ο φίλος αυτού, ο παις.

Ο παις ήτο κωμόπαις, ο Ιακωβάκης της θεια – Τούβλαινας της χορταρούς. Επταετής, μαθητής της Δευτέρας Δημοτικού Άνω Μαζίου εν τη τάξει του τρομαλέου μορμολυκείου κυρίου Αλ…, ο Ιακωβάκης ηυξάνετο τη (μακροτάτη οπωσδήποτε κατά μήνα Ιούλιον) εποπτεία της εκ πατρός μάμμης, της μητρός ατυχώς τριημέρου λεχώνος του ιδίου αυτού Ιακωβάκη απολεσθείσης, του δε πατρός εν Αμερική φυγόντος, κατά τα μεταναστευτικά ειωθότα εις τας εσχατιάς της εν απολύω ενδεία εκείνης π α λ ι ο λ λ α δ ί τ ι κ η ς ακίδος. Πάμπτωχος, ανάδελφος, ορφανός, ο παις το μεν εξηλίσσετο (τρόπος του λέγειν) μαθητιών, το δε επεκούρει την έτι πτωχοτέραν γραίαν θειαν – Τούβλαιναν εις τα τού εν ανεχεία αυτής οίκου- ακριβέστερον φ τ ω χ ο κ ά λ υ β ο υ. Μόνος της γραίας θεια – Τούβλαινας κ α η μ ό ς ήτο η άνδρωσις του μειρακίου προ του ιδίου αυτής θανάτου. «Να πάγ’ φαντάρ’ς τ΄ αγγόν΄ κι ας πιθάνου κει π’ πατάου», εφθέγγετο ρουμελιστί η αγαθή Τούβλαινα προς τα λοιπά τής ρούγας γραϊδια, αγογγύστως αναμένουσα τας εν ταχυδρομική εντολή τού υιού ελπιζομένας χρηματαποστολάς, αίτινες συν το χρόνω ηραιούντο πλέον ή αι κοιναί επιστολαί.

Μόλις προ ολίγου ο μείραξ, αδέσποτος και θερινός και χαρίεις, μακράν σχολείου τε και καλυβίου, είχε πλησιάσει τον ευρύν χείμαρον της Δρακονέρας όπως παίξη μετά του αγαπημένου του βατράχου, του επιλεγομένου Λάκη. Ως ήδη θα εμάντευσεν ο οξύνους αναγνώστης, ο Ιακωβάκης ήτο Σ α β β α τ ο γ ε ν ν η μ έ ν ο ς, άλλως, ως άπαντες εις Ρούμελην οίδασι, φίλον βάτραχον θα ήτο φύσει αδύνατον να ελκύση. «Μου ΄ρθις ουρανοκατέβατους», εφη ο παις τω Λάκη, άμα τη αφίξει του βατράχου. «Καλύτερου φίλ΄ απ΄ σένα, δ΄ν έχου». Αλλά και ο Λάκης ήτο εξάπαντος ειδικός τύπος αμφιβίου, ειδάλλως δε θα κατέληγε κ ώ λ ο ς κ α ι β ρ α κ ί μετά του παιδός. Άλλωστε έτερον βάτραχον, φέροντα εις τον πόδα κρίκον μετά μικροτάτου πρασίνου διακοπτομένου φωτός, ουδέποτε ο Ιακωβάκης εώρα. «Βάτραχους μι χαλκά π΄ φωτάει, πού ακούστ΄κι;», εψιθύριζεν σεαυτώ. «Κι να του ειπώ, ποιος θα μι πιστέψ΄;» Φιλοπερίεργος όμως και αθώος, είχε προσεγγίσει τον βάτραχον, είχε βαπτίσει αυτόν «Λάκην» και τον είχε καταστήσει κοινωνόν σ τ α π α ι χ ν ί δ ι α κ α ι τ ι ς κ ρ υ ψ ώ ν ε ς, ως έλεγεν, του Λάκη πάντοτε φέροντος τον κρίκον, του μικροτάτου πρασίνου λαμπήρος πάντοτε φωτίζομένου, καίτι το παιδάριον διηπόρει και εξίστατο περί του φωτιδίου, όπερ (σμικρώς έστω) εφώτιζεν μεν, αλλ΄ ούτ΄ εθέρμαινεν, ούτ΄ έγκαυμα προυκάλει, ούτ΄ υποβρυχίως -οσάκις ο βάτραχος απεφάσιζε να φερθή ως βάτραχος- εβλάπτετο. Ναι, η επαφή μειρακίου και αμφιβίου είχεν αποβεί πλήρης. Είχον μετατραπεί εις β λ ά μ η δ ες. Οσάκις ο παις κατηφόριζε εις Δρακονέραν, ο κρικοφόρος Λάκης ήτο πάντοτε εκεί, αναμένων, φαινόμενος ν α π ε τ ά ε ι τ η σ κ ο ύ φ ι α τ ο υ γ ι α τ ρ έ λ ε ς. Και πάντοτε ο παις, διμηνιαίως ήδη, πάντοτε ο παις αφίκετο εν Δρακονέρα μόνος. Και πάντοτε ο Λάκης εξήρχετο των λοχμωδών υδατίνων αυτού κρυψώνων. Και τα δύο μικρά πλάσματα πάντοτε έπαιζον.

Νυν όμως ο βάτραχος Λάκης έκειτο νεκρός, και ο μείραξ, πλην τού παραδοσιακώς ασθέντος θρηνητικού άσματος, ίστατο κλαίων επί τη απωλεία, εν δισταγμώ και εν διαπορία περί την κηδείαν και ταφήν: «Τα χών΄νε τα βατράχια για όχι;…Κι αν τα χών΄νε, χρειγιάζ΄τι κάσα; … Μπας κι θέλ΄ κι παπά;».

Αλλ΄ εκδιώξας παραχρήμα την τελευταίαν σκέψιν, εκ του φόβου των βεβαίων τής
μάμμης λοιδοριών («Κακό χρον΄ νά ΄χης, βλοημένου, ιδώ δεν έχ΄μι να
πληρώσ΄μι τουν παπα -Θύμιου να σχωρέσ΄ τα πιθαμένα μας, κι σι μ΄ λες για
ξόδ΄ βατράχ;»), εκδιώξας λέγω την σκέψιν τής προς την μάμμην αιτήσεως ποιας τινος
χριστιανικώς τελεσθησομένης κηδείας, εξηκολούθει διαπορών, ότε είδε κυανούν τι
αντικείμενον πλησίον της ποταμίας ρύμης, περί τα πενήντα βήματα απέχον.
Υπολαβών τούτο ως ράκος, εκ των έκπαλαι υπό του χειμάρου αποτεθειμένων,
ενεθυλάκωσεν τον νεκρόν τού Λάκη και προσήγγισεν, θέων και θαρρίεις, την κυανήν
άγνοιαν. Ιδών δε τούτην ασκαρδαμυκτί, διηπόρει επί της τε ουσίας του ράκους, ήτις
ενεφανίζετο αυτώ λίαν άγνωστος, και περί του πρακτέου. Κύψας, ο
κωμόπαις εξέβαλεν το αντικείμενον της ποταμίας άμμου, ήτις το εκάλυπτε κατά
το ήμισυ, και αναλαβών τούτο, έκρινεν ότι ήτο ελαφρόν και ολιγοβαρές. Ακαριαίως,
η περί ράκους υπόθεσις εξηυλώθη: «Πανί δεν είνι» -και αι βουλαί εχώρησαν έτι:
«ξύλου δεν είνι, γυαλί δεν είνι, κεραμίδ΄ δεν είν΄», έως ότου την κλίμακα των
παιδικών αυτού γνώσεων εξήντλησεν. «Για τήρα ορέ, ιδώ σάματ΄ γλέπ΄ κατ΄
γράμματα», ηκούσθη εν συνεχεία η σκέψις του μεγαλόφωνος. Όντως, τεμάχιον
σκληρού σ τ ρ α τ σ ό χ α ρ τ ο υ, συρματιδίω ηρτημένον εκ του αγνώστου
αντικειμένου, έγραφεν γραφήν τινα, ουχί πλήρως εφθαρμένην υπό του χρόνου.
Και του Ιακωβάκη αναγιγνώσκοντος έστω μετά δυσκολίας (και συγχρόνως μετά
βαθείας ανομολογήτου εσωτερικής ευγνωμοσύνης προς την Τούβλαιναν, αρχαιόθεν
εμμενούσης εις το αδιαλείπτως μετέχειν εν τη σχολική ζωή), αναγιγνώσκοντος ,
λέγω, του Ιακωβάκη, και συλλαβίζοντος, εγεννήθη αυτώ εν ακαρεί
αυτόκλητος ιδέα, απροειδοποιήτως αφικομένη εν τω ολιγοηλίκω κρανίω, οιονεί
βολή κυνηγετικής βαλλιστρίδος επί κεφαλής κάπρου: «ιδώ γράφ΄ πρώτα κάτ΄
φράγικου, γράφ΄ ύστ΄ρα ‘34 – 36’, κι ‘ΒΑ- ΤΡΑ- ΧΟ- ΠΕ- ΔΙ-ΛΟ’. Βατραχοπιδίλου.
Βατραχοπιδίλου;… Βατραχοπιδίλου… Α, νάιτου, είνι για βατράχια! Κάν΄ για κάσα.
Μέσα δω θα τουν χώσω». Ιδού λοιπόν, εδρασθέν αποκλειστικώς επί του αντιληπτού
της επιγραφής τμήματος, το λογικοφανές του παιδαρίου συμπέρασμα.

Και παύσας αυθωρεί διαπορείν περί του νοήματος του μη αντιληπτού «BALCO 34-36», εχώρησεν εις το νεωστί εκπονηθέν σχέδιον. Εκθυλακίσας το πρασινοκίτρινον, μαρμαρωδώς παγωμένον και εν τούτοις ημιγλοιώδες έτι πτωματίδιον του Λάκη, έθεσε τούτο εντός της κοιλότητος τού ημιφθαρέντος «βατραχοπιδίλου», της κανονικώς προοριζομένης δια πέλμα μικρού τινος κολυμβητού, παρατηρών δι΄ εσχάτην φοράν φωτίζον το περίεργον του κρίκου φωτίδιον, το «φωτάκι του χαλκά» κατά την ιδίαν αυτού βαπτιστικήν ρήσιν. Είτα, δια του χωριάτικου σ τ ρ ι φ τ ο ύ σ ο υ γ ι ά, του επίτηδες αφεθέντος υπό του πατρός δια μελλοντικήν χρήσιν υπό του (προσωρινώς, υποτίθεται) εγκαταλειπομένου υιού, διηνοίξατο παιδικοίς χερσίν λάκκον, και, ουδόλως ενδιαφερόμενος δια το μ ου σ κ ί δ ι, έθαψεν αυτού περίβλημα και περιεχόμενον. Εν τέλει εύρεν δυο π α λ ι ό ξ υ λ α, παλαιόθεν αφυδατωμένα και αποτελεσματικώς υπό του ηλίου λευκανθέντα, ώστε υπεμίμνησκον οστά, εσκάλισε μετά δυσκολίας κάτι
θ υ μ η τ ι κ ό επί της επιφανείας των, έδεσε ταύτα στερρώς εις σταυρόν δι΄ ανευρεθεισών κ λ η μ α τ σ ί δ ω ν και τελικώς ενέπηξεν τον σταυρόν επί του Λακείου τάφου.

Ιδών ότι το έργον του καλόν, πλην κλαίων εισέτι, ο Ιακωβάκης έλαβε την άγουσαν προς της Τούβλαινας. Ευρισκόμενος ήδη εν τω ημίσει της διαδρομής, ο νενανίσκος διενοήθη: «Κάλλιο ΄χω να μη μι δει να κλαίου η γρ΄γά Τούβλαινα». Εκ τούτου, διήνυσε το έτερον ήμισυ της διαδρομής άδων και χορεύων, προσποιούμενος χ α ρ ο υ μ ε ν ά δ α ν, ως ήτο κατά την προς την Δρακονέραν εωθινήν εκκίνησιν, επιδιδόμενος τώρα και εις περιδινήσεις ακόμη. «Θα ματαπάου κειδανά, μπας κι μου ΄ρθι κι άλλους Λάκ΄ς ουρανοκατέβατους», ήτο η εσχάτη αυτού βουλή, πριν ή διασκελίσει την του παραγκιδίου της θεια -Τούβλαινας καλαμόπορταν.

Η νέα αύτη και αισιόδοξος ιδέα, επεσκεύαζεν ήδη ραγδαίως το ηθικόν αυτού, ευρισκόμενον εν ορατή αναπτερώσει. Τα μόρια του παιδικού κλαυθμού, διεσκορπισμένα εν τη τε διαδρομή και επί των πτωχών του Ιακωβάκη ρακών, εξητμίζοντο ραγδαίως. Και επί την μετακινουμένην και αβεβαίαν όχθην του επαρχιακού χειμαρορρύακος, ο επιτάφιος σταυρίσκος διεκήρυττε τοις πάσι, ή τουλάχιστον πάσι τοις εννούσι τα παιδικά ορνιθοσκαλίσματα: «Λάκης βάτραχος +1889+».

*
©Δημήτρης Φύσσας, από την ανέκδοτη συλλογή “Μια εφικτή ευτυχία“-Διηγήματα επιστημονικής και πολιτικής φαντασίας.
[Τεχνικός σύμβουλος επί της ρουμελιώτικης διαλέκτου: ο πατέρας μου Πανταζής Φύσσας, με καταγωγή από την Αράχοβα Βοιωτίας]

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, Φύσσας