O Σόμερσετ Μωμ για την Ντόροθι Πάρκερ -μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου

lambrakou7.6.17
favicon

«υπάρχει κάτι ακαταμάχητα αστείο στους πιο ειλικρινείς μας πόνους»

Παραλλαγές σε ένα θέμα
από την πρωτότυπη παρουσίαση
του William Somerset Maugham

Κάποτε όταν ήμουν στο Χόλιγουντ, προσκλήθηκα σε δείπνο από την δεσποινίδα Fanny Brice.(1) Ήταν κατά ένα τρόπο μια λογοτεχνική παρέα. Ο Aldous Huxley(2) ήταν εκεί, το σαρδόνιο γούστο του σχετικά με τα χάλια των ανθρώπων εν τούτοις όχι αρκετά καθησυχασμένο από την έλλειψη στοργής και αδελφικής αγάπης. Η Ντόροθι Πάρκερ ήταν εκεί, σοβαρή, φορώντας μαύρο μετάξι, αλλά με μια σοβαρότητα κατάφορτη κίνδυνο για τον αμέριμνο. Ξεχνώ ποιοι ήταν οι υπόλοιποι προσκεκλημένοι, αλλά πάντως τελικά ήταν έξοχα, διότι στο δείπνο, η Ντόροθι Πάρκερ κι εγώ βρεθήκαμε να καθόμαστε μαζί πολύ κοντά στο τραπέζι και αρκετά μακριά από τα συμφωνημένα πρότυπα ευγένειας(3). Το φαγητό ήταν καλό, το κρασί εκλεκτό, και μας υπηρετούσαν Ρώσοι ευγενείς ή Γιαπωνέζοι Σαμουράι. Ξεχνάω ποιοι. Αφού η γειτόνισσά μου κι εγώ είχαμε για κάμποσο συνομιλήσει περί ανέμων και υδάτων, με πρόσκαιρες αναφορές στον Σαίξπηρ και τα μουσικά γυαλιά(4), είπα: “Γιατί δεν γράφεις ένα ποίημα για μένα;”
“Θα γράψω αν σ’ αρέσει,” απάντησε.
“Δώσε μου ένα μολύβι και ένα κομμάτι χαρτί.”
Όμως, δεν είμαι κανείς από εκείνους τους συνετούς συγγραφείς που φυλάνε ένα μικρό βιβλίο στην τσέπη τους ώστε, οτιδήποτε είναι αυτοί, οπουδήποτε κι αν είναι (όπως ακούω τον εκφωνητή του ραδιοφώνου να λέει κάθε βράδυ), μπορούν να σημειώνουν κάθε χαρούμενη σκέψη που τους έρχεται στο μυαλό. Κι εγώ επίσης έχω κάποιες φορές μια χαρούμενη σκέψη, αλλά πάντα σκέφτομαι πως θα κάνω μια σημείωση γι’ αυτήν αργότερα, και μετά ξεχνάω τι στο καλό ήταν αυτό. Δεν είχα ούτε μολύβι, ούτε χαρτί. “Ας ζητήσουμε,” είπα, και στράφηκα στον Ρώσο ευπατρίδη ή Γιαπωνέζο Σαμουράϊ (όποιος στο καλό μπορούσε νάναι), και του είπα τι θέλαμε.
Εξαφανίστηκε για αρκετή ώρα, έχοντας προφανώς κάποια δυσκολία να βρει σε αυτό το πολυτελές σπίτι ό,τι ζητήσαμε, αλλά τελικά επέστρεψε με ένα κουρελιασμένο κομμάτι χαρτί περιτυλίγματος και ένα άξεστο μολύβι. Η Ντόροθι Πάρκερ το πήρε και έγραψε:

Φύρδην Μύγδην η χήνα μου η λευκή
Αυγά γεννά για κάποιον ευγενή

“Ναι, πάντα μου έχουν αρέσει αυτοί οι στίχοι,” είπα.
Εκείνη μου επέστρεψε ένα λεπτό, δροσερό χαμόγελο και δίχως κανένα δισταγμό, πρόσθεσε:

Να την πείσεις δε μπορείς μ’ όπλο ή θηλιά
Μήνυμα να περάσει στην εργατιά.

Με την εκπληκτική αυτή ρίμα, συνένωσε, τοποθέτησε το Higgledy Piggledy στην “august company” των: Eagle του Jove, Sindbad the Sailor, Κορυδαλλός του Πέρσι Σέλλεϋ, Κοράκι του Άλαν Πόε, το Γεράκι του Τζιοβάνι Μποκκάτσιο. Το «ο Κόρακας (κι η αλεπού)» του Chaucer, είναι ο ταιριαστός της σύντροφος.

Μα αρκετά· πρέπει τώρα να μιλήσω για το δημοσιευμένο έργο της Πάρκερ.
Έχω ένα φίλο, κριτικό λογοτεχνίας στο επάγγελμα, και πηγαίνοντας να τον δω μια  μέρα, τον βρήκα κάπως ταραγμένο.
Τον ρώτησα τι συμβαίνει.
«Έχω χάσει έναν φίλο,» αναστέναξε. «Ο Χ. λέει πως δε θα με συγχωρέσει ποτέ για την ανασκόπηση του βιβλίου του που έγραψα την περασμένη εβδομάδα. Το παίνεσα σε μιάμιση στήλη· σημείωσα μόνο μερικές επιφυλάξεις σε λίγες γραμμές στο τέλος. Τελικά, είμαι κριτικός και ένας κριτικός πρέπει να κριτικάρει. Διαβάζοντας το γράμμα του θα σκεφτόσουν πως επέκρινα το διαολεμένο βιβλίο.»
Ενδιαφέρον να ανακαλύπτω πως ένας διακεκριμένος κριτικός μπορούσε να είναι αφελής.
Για φαντάσου! να μη γνωρίζει πως ένας συγγραφέας θα αποδεχόταν ανειλικρινή έπαινο σαν το μόνο οφειλόμενο αλλά θα γκρίζαρε και θα πικραινόταν στη νύξη μιας ατέλειας σαν να τον είχε απατήσει ο εκδότης του, η σύζυγός του να τον είχε προδώσει, και ο γιος του να είχε πάει στο σινεμά. Μπορείς να τον κολακέψεις έως ότου εξουθενωθείς, αλλά μια λέξη επίκρισης θα έκανε όλο το βούτυρο δύσοσμο και πικρό.
Όμως δεν είμαι κριτικός και δεν είναι δουλειά μου να κριτικάρω. Ούτε στην παρούσα κατάσταση έχω κάποια προδιάθεση να πράξω έτσι. Στις δικές της ιστορίες, η Ντόροθι Πάρκερ, έχει μια αίσθηση φόρμας που στις μέρες αυτές, στο παλιομοδίτικο μυαλό μου, είναι εξαιρετικά παράξενη. Είτε πρόκειται για ένα σκετς ή μια ιστορία, ξέρει ακριβώς που να αρχίσει και που να τελειώσει και όταν θα το έχεις διαβάσει, δεν θα έχεις καμιά ερώτηση να κάνεις (Τι συνέβη έπειτα; Γιατί αυτός το έκανε αυτό;), διότι σου έχει πει όλα που χρειάζεται να ξέρεις. Έχει ένα καθαρό μυαλό και δεν αφήνει χαλαρούς επιλόγους. Έχει ένα υπέροχα λεπτό αφτί για τον ανθρώπινο λόγο και με μερικές λέξεις διαλόγου, επιλεγμένες ίσως σκεφτείς, τυχαία, θα σου δώσει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα σε όλη την πιθανή αληθοφάνειά του. Το στυλ της είναι άνετο, δίχως να είναι αφρόντιστο και καλλιεργημένο χωρίς επιτήδευση. Είναι ένα τέλειο όργανο για να φανερωθεί το πολυδιάστατο χιούμορ της, η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η τρυφερότητα, το πάθος της. Πιθανόν, εκείνο που δίνει στο γράψιμό της την ασυνήθιστη δεξαμενή του, να είναι το χάρισμά της, βλέποντας κάτι, να ειρωνεύεται τις πιο πικρές τραγωδίες του ανθρώπινου ζώου. Είναι μια αλήθεια αφανισμένη που έχει ανακαλύψει, και κάτι σωτήριο, πως υπάρχει κάτι ακαταμάχητα αστείο στους πιο ειλικρινείς μας πόνους. Ποιος δεν μπορεί παρά να γελάσει πικρόχολα όταν διαβάσει το “A Telephone Call,” εκείνον τον σπαραξικάρδιο μονόλογο, διότι ποιος από εμάς δεν έχει έτσι περιμένει με αγωνιώδη υποψία μια κλίση στο τηλέφωνο, ένα τηλεγράφημα, ένα γράμμα ή μια επίσκεψη; Μόνον ένας βλάκας, αλλά τι ευτυχισμένος βλάκας αυτός! Δεν θέλω να διασχίσω αυτές τις ιστορίες μία προς μία, υπογραμμίζοντας την ιδιάζουσα υπεροχή της κάθε μιας, γιατί εδώ είναι για να διαβαστούν από τον αναγνώστη και ο αναγνώστης είναι ο μόνος κριτής που έχει σημασία. Είναι ανόητος αν αφήσει οποιονδήποτε άλλον, όσα προσόντα κι αν έχει, να κρίνει γι αυτόν. Σε αυτόν τον τόμο θα βρει ιστορίες που έχουν μοναδικό σκοπό να τον κάνουν να γελάσει, και ένας πολύ καλός στόχος επίσης, τόσο σπάνια δοκιμασμένος και λιγότερα σπάνια κερδισμένος· θα βρει ιστορίες που είναι σκληρές, συγκινητικές, σαρδόνιες, τραγικές, αστείες, κάποιες φορές χωριστά κι άλλες όλα μαζί. Αλλά θα μου άρεσε να ξεχωρίσω το “Standard of Living” για το χιουμοριστικό και τρυφερό χειρισμό των δύο εκείνων μικρών στενογράφων όπως περιφέρονταν στην 5η Λεωφόρο κοιτώντας μέσα στα παράθυρα των καταστημάτων. Έχουν όλη τη γοητεία, την αυθάδεια, το πάθος, και την ανοησία της νεότητος.
Αν πρόκειται να κρίνεις έναν συγγραφέα σε όλα έχει δικαίωμα να αξιώσει ότι θα τον κρίνεις στα καλύτερά του. Το “Big Blonde” έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός αριστουργήματος. Αξίζει να πάρεις το μέρος του με τις σύντομες ιστορίες, και είναι πολύ λίγες, ότι οι άντρες φυλάνε τις αναμνήσεις τους για πολλά, πολλά χρόνια. Φανερώνει τέλεια όλα τα ζηλευτά χαρίσματα της Ντόροθι Πάρκερ. Λίγα πράγματα υπάρχουν πιο δύσκολα από το να γράφεις μια σύντομη ιστορία, της οποίας τα γεγονότα συμβαίνουν σε μια μακρά χρονική περίοδο, και να διατηρείς ακόμα εκείνη την ενότητα επιδράσεων τα οποία είναι η ουσία της σύντομης ιστορίας. Στο “Big Blonde” η Ντόροθι Πάρκερ έχει πετύχει, με ασυνήθιστη επιδεξιότητα, να κάνει ακριβώς αυτό, έτσι που παρά το πέρασμα των χρόνων, να έχεις την ίδια σπαρακτική διάθεση που γενικά είναι μόνο πιθανό να πετύχει με την αφήγηση ενός απλού περιστατικού. Θεωρώ πως το πέτυχε με μια αποφασιστική συγκέντρωση στον περιπαθή, ανεπαρκή, ανέλπιδο, τραγικό, υπερβολικά ακατάστατο Hazel Morse (5).
Οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται συχνά πόσο μεγάλη τύχη απαιτείται για να γραφεί μια καλή ιστορία. Ένα σωρό πράγματα πρέπει να πάνε καλά. Η θεόσταλτη ιδέα περιμένει στη γωνία του δρόμου, αλλά πρέπει να τύχει να περάσεις από εκεί και να την μαζέψεις από κάτω· είναι μόνο μια ξαφνική τύχη να συναντήσεις τυχαία τα άτομα που θα “εισηγηθούν” τους χαρακτήρες που χρειάζεσαι: πρέπει να είσαι στην κατάλληλη διάθεση· χρόνος και τόπος πρέπει να είναι ευνοϊκοί. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως λίγες καλές ιστορίες γράφτηκαν· υπάρχει μόνο κάποια αμφιβολία στο αν είναι πολλές. Στο “Big Blonde”η Ντόροθι Πάρκερ είχε την τύχη με το μέρος της.
Μόνον ένας μέτριος συγγραφέας είναι πάντα στα καλύτερά του, και η Ντόροθι Πάρκερ δεν είναι μέτριος συγγραφέας. Μερικές φορές τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά με κάποιον όπως θα έπρεπε, και σε αυτήν την περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι αυτό. Ένας κακόβουλος κριτής αυτών των ιστοριών, ενδεχομένως υπαινιχθεί πως η συγγραφέας, ίσως στην περίπτωση, δείχνει μια τάση να μιμηθεί την Ντόροθι Πάρκερ, αλλά εγώ σαν φίλος που την θαυμάζει, θα απαντούσα σθεναρά πως δεν μπορούσε να έχει καλύτερο μοντέλο.
Καμιά τέτοια επιφύλαξη δεν θα μπορούσε να υπάρχει όσον αφορά τον έμμετρο λόγο της. Όμως η στιχουργική είναι ένα θέμα για το οποίο δεν μπορώ να υποκριθώ πως μιλάω με οποιαδήποτε αυθεντία ή οτιδήποτε. Δεν έχω ποτέ γράψει· δεν έχω ποτέ καταλάβει τα μυστήρια της προσωδίας, και δεν έχω ποτέ ούτε καν δει ένα λεξικό ομοιοκαταληξίας, το οποίο αντιλαμβάνομαι είναι τόσο πολύτιμο στους ποιητές όσο η Ροζέτα του Θησαυρού σε εμάς τους μικρούς εκκολαπτόμενους. Είναι κρίμα, διότι έχω μια γνώμη πως ο στίχος της Ντόροθι Πάρκερ, έχει μια τεχνική τελειότητα και μπορώ να μιλώ γι αυτήν μόνο σαν ένας ικανοποιημένος αναγνώστης. (Είναι αλήθεια πως μεγάλοι ποιητές έχουν ομόφωνα συμφωνήσει πως η ποίηση είναι για απόλαυση, παρότι δε θα σκεφτόσουν έτσι αν διαβάσεις ορισμένους κριτικούς και, ακόμη περισσότερο, ορισμένους μοντέρνους ποιητές.) Αλλά, αυτό και γνωρίζω, πως η Ντόροθι Πάρκερ έχει μια όμορφη σαφήνεια –δε θα χρειαστείς ποτέ να ταλαιπωρήσεις τον εγκέφαλό σου να αναρωτηθείς, τώρα τι στο διάολο σημαίνει αυτό;– και έχει εκείνο το μεγάλο δώρο της φύσης, ένα τέλειο αυτί.
Η ευστοχία της στιχουργικής της είναι μαγευτική. Σε πάρα πολλά ποιήματα έχεις την αίσθηση πως ο στίχος είναι εκεί, όχι γιατί είναι απαραίτητο στο νόημα ή προσθέτει στο συναίσθημα που ο στίχος επιδιώκει να δημιουργήσει, αλλά γιατί χρειαζόταν μια ρίμα. Με την Ντόροθι Πάρκερ ποτέ. Οι ρίμες της είναι τόσο αναπόφευκτες όσο συχνά είναι απρόσμενες. Θα μου άρεσε να δώσω παραδείγματα για να αποδείξω την αλήθεια όσων λέω, αλλά θα ήμουν ανόητος να αναφερθώ εφόσον οι σελίδες που ακολουθούν αυτήν την πραγματεία, είναι εκεί για τον αναγνώστη να διαβάσει. Θαυμαστά όσο και οι ιστορίες της Ντόροθι Πάρκερ θεωρώ πως είναι και τα ποιήματά της όπου φανερώνει την πεμπτουσία του ταλέντου της.
Όπως ο Heine(6), έφτιαξε μικρά τραγούδια (προερχόμενα) από τις μεγάλες θλίψεις της· τα οποία, εμείς, άκαρδοι αναγνώστες, ξεπερνούμε με σθένος, γιατί δεν έχουν αποσπασθεί από εκείνη την ίδια αυτά τα ζωηρά, τραγικά ποιήματα; Και πόσο φρέσκα και ποικίλα είναι! Αν και όμορφα εξευγενισμένα, έχουν έναν αέρα αυθορμητισμού και κανένας δεν μπορεί να ξέρει καλύτερα από έναν συγγραφέα τι υπομονετική φιλοπονία είναι απαραίτητη για να αποκτήσεις αυτήν την ποιότητα. Αντανακλούν την προσωπικότητά της στην πολύμορφη πληρότητα και τι, σας ερωτώ, μπορεί ένας καλλιτέχνης να σου δώσει περισσότερο ή καλύτερο από τον εαυτό του; Ποτέ δεν θα κουραστώ να διατείνομαι πως είναι του καλλιτέχνη η προσωπικότητα, κι αυτό μόνο, που δίνει στο έργο τέχνης την δική του ταυτότητα σε διάρκεια. Σε λίγες σύντομες τέλειες γραμμές παρουσιάζει τον εαυτό της σε σένα, για να πάρει ή να αφήσει, με τον πόνο της, το γέλιο, την τρυφερότητα, την δική της αίσθηση για ομορφιά, τη δική της βλάσφημη γλώσσα και τη δική της κοινή λογική.
Τώρα που έρχομαι να συλλογιστώ αυτές τις συμπάθειες και τις κλίσεις που της έχω αποδώσει, σκέφτομαι πως όλοι εμείς, με εξαίρεση τους επισκόπους και τους πρεσβύτερους πολιτικούς, τις κατέχουμε· αλλά, εκείνη τις κατέχει σε υψηλότερη, πιο συγκεντρωμένη μορφή, έτσι που όταν διαβάζεις περίπου κάθε ένα από τα στιχουργήματά της, μοιάζει να την βλέπεις σαν μέσα από λάθος άκρη ενός τέλεια εστιασμένου τηλεσκόπιου. Είναι μεγάλο δώρο να μπορείς να κάνεις τόσα πολλά σε τόσο μικρό έκταση. (σ.σ. εννοεί την έκταση που αναπτύσσεται ένα ποίημα)
Εν τούτοις λυρική η διάθεσή της, και όταν θέλει μπορεί να είναι τόσο λυρική όσο ο Herrick και ο Landor (7) στα δικά τους γοητευτικά σπουδαία, η από αέρος πτήση της είναι αγκυροβολημένη σε αυτόν τον εκκρεμή κόσμο ( η φράση είναι του Milton (8) ) με την χρυσή αλυσίδα της κοινής λογικής. Πιστεύω πως είναι o δικός της κοινός νους που δίνει στα ποιήματά της τη μοναδική και χαρακτηριστική τους νοστιμάδα, και τι άλλο είναι παρά η κοινή λογική που καθιστά αυτή την αβέβαιη, άτοπη, δριμεία, και προσωρινή ζωή όχι μόνον υποφερτή αλλά διασκεδαστική;

William Somerset Maughm

____________________
Σημειώσεις:
(1) Fanny Brice: καλλιτεχνικό όνομα της Fania Borach. Αμερικανίδα τραγουδίστρια, μοντέλο σε εικονογραφήσεις, κωμικός, θεατρικός και κινηματογραφικός ηθοποιός. Δούλεψε σε ραδιόφωνο και κινηματογράφο.
(2) Aldous Huxley: Άγγλος μυθιστοριογράφος και σατιρικός συγγραφέας.
(3) under the salt (πρωτότυπο): ιδιωματισμός που δείχνει κάτι απαράδεκτο, προσβλητικό, εδώ σαν χρήση να δείξει μια κατάσταση όπου οι δύο συνδαιτυμόνες ήσαν μακριά από τα συμφωνημένα πρότυπα ευγένειας
(4) musical glasses: Έκφραση που αποδίδεται στον Τόμας Τζέφερσον και δείχνει πόσο καλά μπορεί κάποιος να αποδώσει ένα μουσικό έργο αν έχει μια ελάχιστη γνώση ή ένα καλό αφτί.
(5) Hazel Morse: ήρωας σε νουβέλα της Ντόροθι Πάρκερ
(5) Big Blonde: τίτλος νουβέλας της με την οποία κέρδισε το βραβείο O’ Henry το 1929
(6) Heine : αναφορά στον γερμανό ποιητή Heinrich Heine
(7)Robert Herrick: άγγλος κληρικός και λυρικός ποιητής του 17ου αιώνα
(7)Walter Savage Landor: άγγλος ποιητής και συγγραφέας του 18ου-19ου αιώνα
(8)John Milton:
άγγλος ποιητής του 17ου αιώνα, πολεμιστής, άνθρωπος γραμμάτων και δημόσιος υπάλληλος της Κοινοπολιτείας της Αγγλίας υπό τον Oliver Cromwell. Έγραψε σε μια εποχή θρησκευτικής ροής και πολιτικής αναταραχής και είναι γνωστός για το επικό ποίημά του Paradise Lost (1667), γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, το γνωστό ιαμβικό πεντάμετρο, blank rhyme, του 16ου αιώνα.

Πηγές:
DOROTHY PARKER: The Collected Dorothy Parker, Penguin Books – Modern Classics
και Διαδίκτυο -  υπερσύνδεσμοι μέσα στο κείμενο

Μετάφραση©Ασημίνα Λαμπράκου

Comments Off

Filed under critique, Δοκίμιο, μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία