Katerina Cosgrove, ‘Τέφρος ουρανός’ – κυκλοφορεί (απόσπασμα)

Μετάφραση Χριστίνα Φωτιάδου, εκδόσεις Γκοβόστη

cosgrove11.5.17

Ένα δυνατό βιβλίο για την οικογένεια, την πίστη, την αγάπη και για μυστικά βαθιά κρυμμένα πίσω από τον τρόμο του πολέμου και του ξεριζωμού. Τρεις δυνατές γυναίκες, τρεις ιστορίες γεμάτες πόλεμο, θάνατο και έρωτα. Κι ένα μυστικό που τις δένει, ένας κρυφός κρίκος αγάπης… Το 1915 περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Αρμένιοι οδηγήθηκαν σε πορείες θανάτου στη Συρία. Ήταν η πρώτη γενοκτονία τού 20ού αιώνα. Το 1982 η Βηρυτός βρέθηκε για τρεις μήνες υπό την κατοχή του Ισραήλ που άφησε πίσω της 18.000 αμάχους νεκρούς και 30.000 τραυματίες. Η Ανούς αναζητά την αλήθεια για το παρελθόν της – μια αλήθεια συνυφασμένη με μνήμες κατεστραμμένων πόλεων και χαμένων αυτοκρατοριών: η λίμνη Βαν πριν από τη γενοκτονία, η Βηρυτός στη διάρκεια του εμφυλίου, οθωμανικά αρχοντικά και βεβηλωμένες εκκλησίες, παλαιστινιακοί προσφυγικοί καταυλισμοί και κλαμπ στημένα πάνω σε παλιά κολαστήρια.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ

[...]Τώρα ο Σελίμ άρχισε πάλι να περπατάει, γνωρίζοντας πως κάποιοι από τους άντρες του τον κοιτούσαν περίεργα. Συνήθως αυτός ήταν από τους πρώτους που υποκινούσαν, που ωθούσαν τους νεαρούς στρατιώτες σε μεγαλύτερο και αγριότερο παροξυσμό. Συνήθως φαντασιωνόταν τους σταυροφόρους προγόνους του, στριμωγμένους στη μεσαιωνική τους πανοπλία, να τον επευφημούν. Αλλά σήμερα ένιωθε περιέργως να ανακατεύεται. Πίεσε τον εαυτό του να πάει από παράγκα σε παράγκα για να ελέγξει πόσο γρήγορα εκκαθαριζόταν το στρατόπεδο, να δει τους πυροβολισμούς και τα μαχαιρώματα από μακριά, να φροντίσει για τον ρυθμό και τον σχεδιασμό. Έκανε πως δεν άκουγε τον οδυρμό, τα ουρλιαχτά, τις κατάρες. Πάντα ακούγονταν κατάρες και από τις δύο πλευρές. Τοποθέτησε καλύτερα τα γυαλιά ηλίου του μπροστά στα μάτια του. Τρομοκράτες. Πρόσφυγες. Ένα και το αυτό. Ποτέ δεν σκέφτηκε τον εαυτό του ως πρόσφυγα^ ήταν Λιβανέζος πολίτης. Γεννήθηκε στη Βηρυτό. Ήταν Λιβανέζος, ενώ αυτοί όχι. Βρωμομουσουλμάνοι. Βρωμάνε ιδρώτα. Τι δουλειά έχουν εδώ έτσι κι αλλιώς, να ζουν από τη γη μας;

Σταμάτησε ξανά στη μέση του δρόμου. Φυσικά και θεωρούσε τον εαυτό του πρόσφυγα. Και μάλιστα, κάθε μέρα. Στο σχολείο, στο κοσμηματοπωλείο του πατέρα του, στους σκληρόδετους τόμους που τον ανάγκαζαν να διαβάζει για τη γενοκτονία. Τις Κυριακές περνούσε τ’ απογεύματα κοιτώντας γυαλιστερές φωτογραφίες σ’ εκείνα τα βαριά, ακριβά βιβλία, ένας απρόθυμος ηδονοβλεψίας. Σασούν, Μπιτλίς, Καρς. Νεκροί Αρμένιοι που κρέμονταν από τσιγκέλια. Περιποιημένοι Τούρκοι με φέσια κοιτούσαν και χαμογελούσαν στη φωτογραφική μηχανή. Κρανία πάνω στα τραπέζια. Κεφάλια από ανθρώπους που μόλις είχαν σκοτώσει καρφωμένα σε παλούκια, με την ίδια έκφραση αγριεμένης πρόκλησης που έβλεπε και είχε προκαλέσει και ο ίδιος πολλές φορές πριν. Νεκρά μωρά στοιβαγμένα σε καλάθια σαν σάπια φρούτα.

Θυμήθηκε τον Μίνας να ξαναλέει τα λόγια των Τούρκων χωροφυλάκων: «Κανένας άντρας δεν θα μπορέσει να σκεφτεί γυναικείο σώμα χωρίς να νιώσει φρίκη, μετά απ’ ό,τι συνέβη στο Ρας-αλ-Αΐν». Και η διπλή ξεδιαντροπιά εκείνων των αντρών, να φωτογραφίζουν χαρωπά τόση φρίκη. Αρμένισσες μητέρες και μωρά να τρώνε τη σάρκα ενός νεκρού αλόγου στην άκρη του δρόμου. Αποστεωμένες φιγούρες με άδειο, ανέκφραστο βλέμμα. Μουσά Ντα, Ουρφά, Ερζερούμ. Καθώς ξεφύλλιζε εκείνα τα βιβλία συνειδητοποιούσε ότι ήταν ευθύνη του να τα κοιτάζει, να αναβιώνει τις δοκιμασίες, να καταγράφει τις μνήμες σαν μάρτυρας.[...]

 

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση