Ολβία Παπαηλίου, Государственный Эрмитаж (A l’ Hermitage)

olvia17.4.17
favicon

Η Σόνγια Μαρμελάντοβα-Ροστόβα ήταν –επιεικώς- ευτυχισμένη: της είχε τύχει σε μια λοταρία να ΄χει βρεθεί με ένα εισιτήριο στο χέρι, που της επέτρεπε την είσοδο στην πιο μικρή πτέρυγα του κρατικού μουσείου Ερημητήριο – στα κτίρια που ήτανε στην πίσω δεξιά μεριά του κήπου, εκεί που άλλοτε θα ήτανε οι σταύλοι (ή μήπως ήτανε το μέρος που αρμέγαν τις γελάδες;). Ακόμα και οι τσάροι κι οι τσαρίνες (οι προεπαναστατικές αυτές κακώσεις) θα είχανε υποκλιθεί μπροστά στη χρησιμότητα ίππων και βοοειδών, κι αυτό φαινότανε από το μεγαλείο της γαλακτοκομικής εκείνης πτέρυγας: που στα παραθυράκια της θα υπήρχανε λεπτοζωγραφισμένα αστεράκια σε φόντο μπλε ή ίσως (με μια διάθεση αυθαιρεσίας του τζαμά) ακόμα και κοκκινωπό του κοραλιού, λεπτά βιτρώ για να χαμογελούν τα αγγελάκια που θα στολίζαν τα ταβάνια, σαρδονίως. Τη συγκινούσε, βέβαια, η Τέχνη – μα η αλήθεια ήταν (όπως πάντα) πιο περίπλοκη. Αρκούσε να της έριχνε μία ματιά κανείς, κι αμέσως θα γινότανε αντιληπτό ότι η Σόνγια Μαρμελάντοβα-Ροστόβα είχε προσπάθεια μεγάλη καταβάλει για να ευπρεπιστεί ώστε να στέκεται στο ύψος της χαρίεσας περίστασης: φορούσε ένα λίαν μεταχειρισμένο, φθαρμένο πανωφόρι από δέρμα, κάπως τσαλακωμένο από τη χρήση (μα με μια δαντελίτσα από γούνα αλεπούς γύρω-τριγύρω στην κουκούλα που, τις πιο κρύες μέρες, της σκέπαζε τα αυτιά και το κεφάλι της ολόκληρο, ως πάνω μόλις δυο εκατοστά από τα μάτια). Είχε επίσης στολιστεί με ένα σάλι που έμοιαζε να βγαίνει από αρχαία εκκλησία κυριλλική, κάπως χρυσό και κάπως ασημένιο, και κάπως αγιογραφικό και πλουμισμένο: γιατί δεν έρχεται κανείς σε επαφή με το απόσταγμα της τέχνης των αιώνων άντε-άντε και πρέπει, μία τέτοια ευκαιρία, με τρόπο ν’ αντιμετωπίζεται σωστό. Σα γάμος, ή βαφτίσι, ή αρρεβώνας – ή ίσως, σαν υπόθεση αναστάσιμη. Η Σόνγια Μαρμελάντοβνα-Ροστόβα έχει γαλουχηθεί μέσα στην τέχνη: ανήκει σε μια οικογένεια ξεπεσμένων, αλλά ο ξεπεσμός είχε επέλθει από χρόνους παλαιότερους και ακριβώς η ίδια δεν τον είχε αντιληφθεί. Είναι το προϊόν μιας εποχής παρωχημένης, έπειτα μίας άλλης, και μιας άλλης. Έχει χαθεί η ιστορική της η συνέχεια, όμως αυτό της έχει χαρισμένη μια κάποια ελευθερία ονειροπόλησης: για ένα μεγάλο μέρος της ζωής της στο Σοβιέτ, η εργασία της τής έδινε μερίδιο ευθύνης στο να εξυψώνει το συναίσθημα των συμπατριωτών-συμπολιτών της με το να καθαρίζει τα υπόγεια παλάτια που ήταν οι σταθμοί μετρό της Μόσχας, αυτό το θαύμα κομβικής αισθητικής. Στα χρόνια της σταδιοδρομίας της, είχε περάσει από δυο-τρεις απο εκείνους τους περίλαμπρους σταθμούς: στο σταθμό Κομσομόλσκαγια είχε για χρόνια ξεσκονίσει με τις βούρτσες το κίτρινο μπαρόκ ταβάνι του και τα οχτώ μωσαϊκά με τα ημιπολύτιμα πετράδια που αναπαριστούσανε σκηνές αγώνων στο τεραίν της ιστορίας των λαών του Σοβιέτ και της Ρωσσίας. Στο σταθμό Νοβοσλομπόντσκαγια είχε σταθεί εκστατική γυαλίζοντας βδομάδα τη βδομάδα τα φωτισμένα εκ των έσω τριανταδύο βιτρώ που διακοσμούσαν τους ισάριθμους πυλώνες. Στο σταθμό Μαγιακόφσκαγια υπήρχανε ακόμα περισσότερα και επιβλητικότερα βιτρώ: τριανταδύο κι άλλα δυο, τριαντατέσσερα, που δείχνανε τον σοβιετικό και πρώην (και αεί) Ρώσσικο πλέον ουρανό σ’ όλη την έναστρή του λάμψη, εικοσιτέσσερων αδιάκοπων ωρών – ενώ κολώνες ροδονίτη αστραφτερά επικαλυμμένες με στρώσεις ανοξείδωτου ατσαλιού, όπως επίσης τοίχοι από μάρμαρο σε αποχρώσεις άλλοτε λευκές, μα άλλοτε στο γκρίζο μάρμαρο της χρωστικής του διορίτη – και, να μη λησμονούμε το σφουγγάρισμα! – πατώματα μαρμάρινα ροδόχρωα, λευκά («κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός, δε θάμαι άντρας πια μα σύννεφο που φόραε παντελόνια» το είχε απαγγείλει νοερώς κι από καρδιάς τόσες φορές αυτό το ποίημα η σύντροφος η Σόνγια Μαρμελάντοβνα-Ροστόβα, σφουγγαρίζοντας). Όχι, δεν ήτανε αυτός ο αγαπημένος της σταθμός, προτίμαγε τον Ελεκτροζαβόντσκαγια: εκεί τουλάχιστον μπορούσε να χαϊδέψει τις γάμπες και τα στήθη στις φιγούρες των κοριτσιών απ΄τις γλυπτές φρίζες-τοιχογραφίες (στους δώδεκα πυλώνες σκαλισμένες, που εικονίζανε τα πάθια και τα βάσανα του έθνους κατά τη διάρκεια των σκοτεινών εκείνων χρόνων, του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου).

Ναι, ήτανε αλήθεια ότι τα χέρια της ένιωθαν τις φιγούρες: τις συμπόναγε, τους σκούπιζε φανταστικές δακρυρροές, ενώ έξη σειρές από λαμπιόνια αστραφερά χαιρέτιζαν τις πράξεις τρυφερότητας που ασκούσε η πολίτισσα Σόνγια Ροστόβα, πρώην Μαρμελάντοβνα – στα κρατικά χαρτιά της είχε ένα μόνο επώνυμο, αλλά η ίδια θα ανήκε και στους δύο της συζύγους, όσο ζούσε. Τι σημασία είχε αν ο ένας θα απέλειπε; Δεν ήθελε ο άνθρωπος να φύγει, να την αφήσει χηραυάμενη επίτηδες δε διάλεξε! Έτσι λοιπόν, στο εσωτερικό της το κατάστιχο απάνταγε με τα δύο επώνυμα, ακόμα και αν είχε καταχωρηθεί ωσάν Ροστόβα – αλλιώς θα είχε ντροπερά να ομολογήσει πως ήταν από θέση, από ατύχημα, από βίαιο τέλος έστω, δίγαμη. Ανάμεσα σφύρας και άκμωνος περνούσε η γυναίκα τη ζωή της και, καθαρίζοντας διακοσμημένες γρίλλιες στο σταθμό Ελεκτροζαβόντσκαγια, ανάμεσα σε χρυσαφένια σφυροδρέπανα. Έτσι λοιπόν, ήξερε να αισθάνεται και τέχνη, και κουλτούρα: και όταν έτυχε να της βρεθεί στο χέρι της το κέρδος λοταρίας, με περισσή φροντίδα και χαρά είχε βαλθεί να ετοιμαστεί, ημέρα σχόλης, να πάει να κοινωνήσει τα μυστήρια. Μόνο που το μουσείο είχε ορμήξει να τη φάει: καμμία σχέση δεν υπήρχε μεταξύ των εκθεμάτων του, και της καλλιτεχνίας που η Σόνγια αναγνώριζε… Ας πούμε, σαν τι συσχετισμός πια να υπήρχε με τις κοπέλες που τις άρπαζαν άξεστοι καβαλάρηδες σε κάποιο έργο που το λέγανε Αρπαγή των Σαββίνων; Εκείνα τους τα πρόσωπα που ήταν δαγκωμένα από τον πόνο, τόσο ελαιογραφημένα ανελέητα, μια-δυο γραμμές να φαίνεται το μέγεθος της φρίκης ανεξίτηλο: την έκαναν να υποφέρει που τα έβλεπε, της προξενούσαν αηδία και οδύνη. Και ένα τόσο ηλιόλουστο απόγευμα απέναντι απ΄την Αίτνα, το Βεζούβιο, σε μια ναπολιτάνικη μεσημβρινή ανάπαυλα ενός κάποιου ζωγράφου Βιντερχάλτερ – πώς ζωγραφίζουνε τον κόσμο, οι ξεδιάντροποι… με τα ματάκια της κλειστά, ανατριχιάζει, γιατί η κοπελίτσα μες στον πίνακα της έγνεψε με μυστικά σημάδια, και η Σόνγια Ροστόβα (και επίσης Μαρμελάντοβα) γνωρίζει τα σημάδια των παθών. Κι έτσι θα γυροφέρει στο μουσείο-ερημητήριο, ξεχνώντας να θυμάται, να ξεχνάει: η επιρροή που της ασκείται απ΄την τέχνη, εκείνη την παλιά και την ξενόφερτη, που μεταφέρει τις αισθήσεις άλλου κλίματος (σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να ορκίζεται σχεδόν κάπου στο μέλλον ότι θα είχε δει μες στο Χειμερινό Ανάκτορο κυπάρισσους, πορτοκαλίτσες φορτωμένες τα λαμπρά τα πορτοκάλια όλων της των μελλούμενων γιορτών, ή ένα φοίνικα) – έχει σαν αποτέλεσμα να χάσει η Ροστόβα την κάθε αίσθηση ύπαρξης κι εαυτού. Ώστε, την ώρα που θα έχει πλησιάσει τα συμπλεκώμενα αγαλμάτινα κορμιά του Έρωτα και της Ψυχής του μαιτρ Ροντέν, το μόνο που θα την αναστατώσει θα είναι όχι βέβαια το σμιλεμένο έτσι πρόσωπο Εκείνου, που έκρυβε, ίσως ακόμα κι αναιρούσε, ενδεχομένως όμως που μπορεί και να προστάτευε το άλλο, το δικό της, της ανώνυμης Ψυχής – η αναστάτωση θα έρθει από κάποιους κόκκους σκόνης που γκριζωποί έχουν επικαθήσει επί αγαλμάτινου συμπλέγματος – στην τρυφερή γουβίτσα του γυμνού υπογαστρίου Της. Αυτό, θα συγκλονίσει την ψυχή Σόνγιας Ροστόβα – σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που θα θελήσει να εξαφανίσει τέτοια ύβρη προς το άγαλμα. Και, απαλά, τόσο μα τόσο απαλά, θα σχηματίσει με τα δυο χείλη της ένα ελάχιστα και μόλις διακριτό στεφάνι όμικρον, μέσα από το οποίο θα φυσήξει μια εκπνοή-φιλί: κι αμέσως ύστερα, το μάρμαρο ξαναποκτάει τη λευκάδα του, τα σωματίδια της σκόνης αιωρήθηκαν, και εκδιωγμένα επικάθησαν αλλού…

©Ολβία Παπαηλίου, 2017
Η φωτογραφία είναι της συγγραφέως

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία