Καίτη Παπαδάκη, Γωνίες λήψης

papadaki16.3.17

favicon

-Μπαμπά, ακόμα μία!
-Μία  και  μπαίνουμε μέσα. Σε  λίγο θ’ αρχίσει να βρέχει.
-Μπαμπά, υποσχέσου πως θα μου μάθεις να βγάζω φωτογραφίες με την καλή       μηχανή, όχι με το κινητό .
-Έλλη μου, είναι βαριά για σένα ακόμα.
-Θα τρώω να δυναμώσω.
-Άντε να δούμε… πάμε  τώρα.

Τελικά η μικρή έχει ταλέντο. Για δες, πανέμορφη μ’ έβγαλε. Είμαι δηλαδή, αλλά  ο φακός έδωσε κάτι παραπάνω. Στάσου… τι είναι αυτό; Α, ναι… η πόρτα του εγκαταλελειμμένου σπιτιού δίπλα στο το δικό μας.

Μμμ… τι ζωντάνια, τι λεπτομέρεια… το λουκέτο, η σκουριασμένη κλειδαριά, το φθαρμένο χρώμα του ξύλου, τα γραμμένα με κόκκινο συνθήματα. Αισθάνεσαι την οσμή της κοραλλί μπογιάς, της υγρασίας, των τριγύρω σκουπιδιών να γλιστρά από την οθόνη στο δωμάτιο. Η συγκεκριμένη μυρωδιά αναδύεται από τις περισσότερες γειτονιές εδώ κάτω. Αχ, πόσες νύχτες έχω περάσει σ’ αυτό το δρόμο! Όταν όλοι κοιμούνται, το σκάω. Πηδάω από τα σπασμένα παράθυρα στο έρημο διώροφο. Μαζεύονται οι φίλοι μου, τα αλάνια, και το γλέντι αρχινά μετά τις δώδεκα. Παίζουμε τρελά. Με θέλουν πολύ, αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει κανείς. Προτιμώ το Μάκη της κυρίας Στέλλας. Είναι κουφός, αλλά αριστοκράτης. Έτσι πρέπει να ‘ναι το αρσενικό. Ούτε να μιλάει, ούτε ν’ ακούει. Αρκεί να ‘χει κύρος. Ωραίος ο Μάκης… χμμ…  δεν πρέπει να μου ξεφύγει.

Ουπς! Να ΄μαι κι εγώ. Στο σκαλοπάτι, όπως βλέπεις την πόρτα, δεξιά. Προφίλ με πήρε. Εξαιρετικά. Σκέτη καλλονή! Αδικούμαι στο Ρέθυμνο. Αν γεννιόμουν στο εξωτερικό, θα έκανα μεγάλη καριέρα. Αχάριστη, όμως, δεν είμαι, καλά περνάω. Ο Γιώργος – ο καλός μου- και η οικογένειά του μ’ έχουνε  μη στάξει… Τη μικρή τη γουστάρω πολύ. Όπου με πετύχει, με φωτογραφίζει. Έχω μάθει να ποζάρω, εκείνη να τραβά, πάρε-δώσε αυτή η σχέση. Το κακό  είναι πως το σκατόπαιδο  δεν τραβά μόνο με το κινητό. Συχνά επεκτείνεται στην ουρά μου. Τότε εκνευρίζομαι. Δεν βαριέσαι, δίνω τόπο στην οργή… για ανταμοιβή η Έλλη μαζί με την Τζένη ανεβάζουν συνέχεια στο facebook τη φατσούλα  μου. Likes να δουν τα μάτια σου. Η Σερενάτα στη στέγη, η Σερενάτα στο παράθυρο, η Σερενάτα στη μπλε γδαρμένη πόρτα… ωπ! Εδώ μ’ ένα ποντίκι στο στόμα. Δεν φοβάται τίποτα η πιτσιρίκα, έτσι; Γι αυτό την πάω. Τα ποντίκια είναι σπουδαίο χόμπι. Εντοπίζεις το θήραμα,  σχεδόν το φλερτάρεις, το παγιδεύεις, το αρπάζεις. Πρόκληση για κορμί, μυαλό. Από αυτή την άποψη το Ρέθυμνο είναι για μένα ιδανικό περιβάλλον. Γεμάτο προκλήσεις!

Ανεκτίμητη η αξία αυτού του τόπου επίσης για το Γιώργο. Ήρθε πριν μερικά χρόνια με τη Τζένη και το μωρό. Νοικιάσανε ένα ισόγειο με εσωτερική αυλή στην παλιά πόλη, κατά σύμπτωση κοντά στο δωμάτιο που έμενε ως φοιτητής. Όταν έφυγε ευχήθηκε να ξαναγυρίσει. Οι ουρανοί μάλλον ήταν ανοιχτοί  Στην πρωτεύουσα δεν άντεχαν άλλο. Βούλιαζαν – λέει η Τζένη-στην θορυβώδη ανωνυμία. Οτιδήποτε στο οποίο βουλιάζω ή εγκλωβίζομαι με τρομάζει. Τις προάλλες με κλείσανε κατά λάθος στην αποθήκη. Πήγαν οι ψυχές μου στην Κούλουρη … τους καταλαβαίνω απόλυτα.. Τα παιδιά τα  συνάντησα την επομένη της άφιξής τους. Τα κεφτεδάκια  στο λευκό εμαγιέ τηγάνι γαργαλούσαν για ώρα τη ροζ μυτούλα μου.  Το παράθυρο μισάνοιχτο, χωρίς κουρτίνες ακόμα. Πόσο ν’ αντέξω; Τσουπ, προσγειώθηκα στον πάγκο της κουζίνας. Δεν ξαναέφυγα. Έγινα απαραίτητη. Δεν τους αδικώ, είμαι πανέξυπνη, γοητευτική.

Γοητευτική – μετά από μένα- η τέλεια εικόνα για το Γιώργο. Την κυνηγά όπως εγώ τους αρουραίους.  Αχ, πόσο ταιριάζουμε! Το  πρωί παίρνει την cannon. Τους ακολουθώ. Βγαίνουν στα σοκάκια, τριγυρνούν, ψάχνουν στιγμιότυπα. Στις πύλες αρχοντικών  ενετικά οικόσημα, στις τούρκικες εισόδους  οθωμανικές επιγραφές, κρήνες λεόντων, τζαμιά κοιτούν το φακό αγκαλιασμένα σε οικογενειακή φωτογραφία. Με τέτοιο σφιχταγκάλιασμα  – απορεί ο καλός μου – δεν είναι παράξενο να υπάρχει  διχασμός; Σήμερα οι  πρόσφυγες της Συρίας, αύριο; Τις προάλλες –θα θυμάστε- σκοτωμός  έξω από το δημαρχείο. Ανεπιθύμητοι οι πρόσφυγες φώναζαν οι μεν. Καλοδεχούμενοι! απαντούσαν οι δε. Μετά κυνηγητό, ξύλο, δακρυγόνα.  Εμείς απαθανατίζαμε τα γεγονότα. Ένας μαντράχαλος πάτησε την ουρά μου. Ούρλιαξα, όρμισα. Ήταν στην ομάδα  «ανεπιθύμητοι». Παραλίγο, λόγω συμπεριφοράς, να με κατατάξουν στην ομάδα «καλοδεχούμενοι» και να μου τις βρέξουν. Φύγε Σερενάτα! Έφυγα τρέχοντας. Για πότε  τρύπωσα σ’ ένα παλιό χαμάμ δεν ξέρω. Η φασαρία γρήγορα έφτασε ως εκεί. Κατευθύνθηκα στο βενετσιάνικο λιμάνι. Σε δυο λεπτά. Ανατολή- Δύση ένα λαχάνιασμα δρόμος, ενώ αυτοί ακόμα δέρνονταν…

Τελικά   ο Γιώργος έχει δίκιο: Τα απομεινάρια των πολιτισμών κρύβουν  αλήθειες. Ερειπωμένα κτίσματα, γρατζουνισμένες στρώσεις ιστορίας. Πίσω απ’ τις νυχιές του χρόνου ξεμυτίζει  η πραγματικότητα. Αυτή δεν είναι άλλη από τον αριθμό δύο. Άραγε στεκόμαστε καθόλου να τη δούμε; Δυο: γάτα –ποντίκι, μουσουλμάνος- χριστιανός, φασίστας –δημοκράτης, αστυνόμος-κλέφτης, όλοι μελλοντικά θηράματα. Δυο, πάντα απέναντι. Στην κορυφή του βουνού ο λύκος του πολέμου χασκογελά με αστραφτερό δόντι.  Ααχ, αυτός ο άνθρωπος μου έχει μάθει τόσα,  όσα δεν έμαθα σε έξι προηγούμενες ζωές, όλες  περασμένες στο Ρέθυμνο παρακαλώ… Το γνωρίζω πια  σαν τα κεφτεδάκια της Τζένης, σφαιρικά!

Μετά το φαγητό συνήθως περπατάμε στον περιφερειακό. Εκείνος με βήμα αργό.  Γουργουρίζω στα πόδια του. Όμως, η ματιά του είναι καρφωμένη μόνο στη Φορτέτζα. Φρούριο χτισμένο σε λόφο, που μοιάζει ν’ αναδύεται απ’ το κύμα ξαναείδατε; Όταν έχει συννεφιά παίρνει  μορφή αερικού: Η  θεά Άρτεμις κυνηγά πάνω στις πολεμίστρες το λιοντάρι του αγίου Μάρκου. Τα στήθη της περιστέρια ξεπετούν απ’ το διάφανο χιτώνα Ο Ιμπραήμ αραχτός σε χρυσοκέντητες μαξιλάρες παρακολουθεί τη σκηνή, ευφραίνεται… Δίπλα στο ναργιλέ μεθυσμένο χαϊβάνι, αφήνομαι στα χάδια. Γιασμίν, Γιασμίν, μπεϊάζ Γιασμίν τραγουδά, ανταποκρίνομαι τεντώνοντας τις πατούσες. Το λιοντάρι βρυχάται… Μ’ ένα φύσημα όλα διαλύονται. Τα σώματα μεταμορφώνονται σε γλάρους. Μπρρ… τρίχα  κάγκελο! Ο ορίζοντας καθαρίζει, όλα ξανάρχονται σε φυσικές διαστάσεις,  ο Γιώργος ακόμα χαζεύει τη μούσα του. Ζηλεύω! Την πλησιάζει, απομακρύνεται, ξαναγυρνά Αποτυπώνει. Κάθε μέρα  ήλιος, βροχή, σκόνη του νοτιά στην ατμόσφαιρα,  μα εκείνη πέτρινη, στη θέση της. Αλλάζει μπροστά του φορέματα – η σιχαμένη- τον αιχμαλωτίζει. Την παγιδεύει σε δυνατές στιγμές. Φορτέτζα: Τριακόσιες εξήντα πέντε  λήψεις, τριακόσιοι εξήντα πέντε συνδυασμοί  χρωμάτων.  Η πρώτη του έκθεση σε γνωστή γκαλερί . Μεγάλη επιτυχία!

Τις Κυριακές βγαίνει στην ύπαιθρο. Παίρνει μαζί τα κορίτσια. Μένω πίσω. Μόνη στο σπίτι! Φωτογραφίζει κοπάδια,  ελιές,  βοσκούς, όπλα, μαύρα ρούχα, παππούδες στα καφενεία,  γιαγιάδες που κεντάνε. Από δίπλα η κόρη με το κινητό. Κλικ στο κλικ τον έφτασε σχεδόν σε τέχνη. Ύστερα, στα χωράφια, παίζουν μπάλα για την υπόλοιπη μέρα. Το καλοκαίρι κολυμπάνε. Τι καλοκαίρι δηλαδή, φέτος μέχρι τον Οκτώβρη έκαναν μπάνια. Δεν τα χόρταιναν πια! Απ’ τον Απρίλη ξεκίνησαν. Εμένα αυτό το σπορ δεν με συγκινεί. Το μόνο γοητευτικό απ’ τη θάλασσα είναι νομίζω τα μπαρμπούνια. Αχ, μαρινάτα! Ό,τι καλύτερο έχω φάει απ’ τα χεράκια της Τζένης.

Πάντως χαίρομαι γιατί περνάνε καλά. Δεν λέω εύκολα αυτή τη λέξη, αλλά νιώθω να τους αγαπώ. Στο Ρέθυμνο οι μέρες  κυλάνε παράξενα. Ωραία παράξενα… Στη μεγαλούπολη μάλλον δεν ήταν το ίδιο:

Σερενάτα, κρατάς μυστικό; Η μαμά κι ο μπαμπάς ξυπνάνε χωρίς νεύρα εδώ. Στην Αθήνα όλο νεύρα. Τρέχανε, τρέχανε, εδώ τρέχουν στην παραλία μόνο. Εκεί δεν ξέρω πού, ήμουν πολύ μικρή. Η μαμά το ψιθύρισε χθες στον μπαμπά. Είπε, είμαστε ευτυχισμένοι.

Σωστά Έλλη, γρρ… είμαστε ευτυχισμένοι!   Στο στενό που μένουμε οι ήχοι του δρόμου φτάνουν αδύναμοι. Οι γυναίκες βγάζουν ακόμα σκαμνάκια στις εισόδους. Κουτσομπολεύουν, κουτσομπολεύουν… Κάθε μια κρατά το φτυάρι της. Ο γιος της Λίτσας τα ‘χει  με τον Αναστάση,  η θυγατέρα τση Μαρίας μ’ ένα μπουνταλά, η Λενιώ κερατώνει τον Σήφη με το φούρναρη…Θάβουν τους πάντες. Ο Γιώργος γελάει. Ξέρει ότι το στόμα τους τον έχει πιάσει πολλές φορές. Αστεφάνωτη- λέει- τη βαστά την κακορίζικη τη Τζένη. Άσ’ τες ν’ ασχολούνται μωρέ! Έτσι διασκεδάζουν.

           Πάντως, από τότε που άρχισε να τις φωτογραφίζει σταματήσανε λιγάκι. Όταν τον δουν, τον διπλοχαιρετάνε. Εγώ δεν τις χωνεύω καθόλου. Τα αισθήματα αμοιβαία, αν κρίνω απ’ τις κλωτσιές που έχω φάει. Εύχομαι να  μην υπάρχει καθόλου χώρος στη νέα έκθεση για τις ξινές μουτσούνες τους, να σκάσουν από κακία. Προσπαθώ να κλέψω πληροφορίες, αλλά ο Γιώργος  σκέτη σφίγγα. Σσσς…κάτι ψιθυρίζουν πάλι:

-Μπαμπά, τη Σερενάτα θα τη βάλουμε στη συλλογή;
-Δεν ξέρω ακόμα…
-Έλα, πες μου

Έλα πες μας Γιώργο, μας ξεψύχησες! Θα σκάσω!

- Θα ‘ναι έκπληξη…
- Πες μου τουλάχιστον τι όνομα θα ‘χει η έκθεση.
- Άντε να σου πω. Ρέθυμνο: παράξενες γωνίες…
-Ωραία παράξενες! Μ’ εσένα, εμένα, τη μαμά, τη Σερενάτα, τις Κυριακές μας…ε;
-Τσιμουδιά τώρα, εντάξει;
- Κράτα λίγο  ακόμα το δάχτυλο στο στόμα, πες  σσς τσιμουδιά… ακίνητος!
Σ’ έβγαλα πολύ όμορφο μπαμπά…

Γρρρρ…Κάτι μου λέει ότι θα ‘μαι κι εγώ κρεμασμένη σε κάποιο τοίχο της γκαλερί…  Προσεχώς η χιονάτη ομορφιά σε κάδρο. Νομίζω πως πρέπει ν’ αποκτήσω άλλο ένα όνομα, όπως εκείνες οι ξιπασμένες ξαδέρφες – δεν ήταν δα καλύτερες- με τα τρία ονόματα. Αν  ο Γέρο- Πόσουμ δεν τις είχε κάνει διάσημες, θα περνούσανε τη ζωή τους μπροστά σε καμιά παλιόσομπα.  Ένα όνομα ακόμα, κρυφό, αρρητορητονιάρητο, είναι σίγουρα απαραίτητο. Δεν θα πρέπει να το ‘χουν διαλέξει άνθρωποι . Ούτε να το γνωρίζουν. Γι αυτό, αν υπήρξατε γάτα, έστω  σε κάποια άλλη χρονική διάσταση, παρακαλώ, στείλτε  προτάσεις στη διεύθυνση Ξανθουδίδου 8, Ρέθυμνο, με ένδειξη στο φάκελο : έτος 2017 μΧ.

*
©Καίτη Παπαδάκη

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία