Γιώργος Ρούβαλης, Ρεζίνα

rouvalis10.3.17
favicon

Η πρώτη Βραζιλιάνα της ζωής μου λεγόταν Ρεζίνα. Τώρα, «της ζωής μου», τα παραλέω κάπως και τούτο διότι ήταν μια απλή γνωριμία όταν ήμουν νέος, που, δυστυχώς, δεν εξελίχθηκε σε ερωτική ιστορία, αν και θα το ήθελα.

            Λατινοαμερικάνες γνώρισα πολλές  και οφείλω να αποτίσω φόρο τιμής ιδίως στις Μεξικάνες, όπως η γυναίκα μου, αλλά και στις Κουβανέζες, χωρίς τις οποίες η ζωή μου θα ήταν μία μονότονη ή άνοστη διαδρομή. Κι  δεν  γνώρισα τη Ρεζίνα στα μεγάλα ταξίδια που έκανα στη Βραζιλία τη δεκαετία του ’90, ούτε σε  αποστολή από την Κομισιόν, ούτε σαν τουρίστας με τη γυναίκα μου. Τη γνώρισα στην Πορτογαλία, στη Λισαβόνα και δυστυχώς ήταν παντρεμένη μ’ έναν Αμερικάνο. Εγώ τότε περιδιάβαινα όλη την Ισπανία και την Πορτογαλία σε ηλικία 19 ετών, ανακαλύπτοντας αυτές τις δύο χώρες, που τότε βρίσκονταν κι οι δύο βυθισμένες σε μακρόχρονες δικτατορίες. Η Πορτογαλία μου άρεσε. Είχε κάτι σαν την Ελλάδα, μια γλύκα, ένα πράσινο και ήρεμους ανθρώπους. Δε θα μιλήσω για τα υπέροχα γλυκά της ούτε για τους χίλιους τρόπους που μαγείρευαν τον μπακαλιάρο. Θα πω μόνο ότι τις ωραιότερες σαρδέλες τις ζωής μου εκεί τις έφαγα, σ’ ένα μικρό χωριό ένα βράδυ ψημένες στα κάρβουνα.

            Στη Λισαβόνα συμπέσαμε μ’ αυτό το ζευγάρι, του Αμερικάνου και της Βραζιλιάνας. Αυτός ήταν Ιρλανδικής ή Σκωτσέζικης καταγωγής, καθηγητής πορτογαλικών σε κάποιο πανεπιστήμιο κι είχε κάνει παλιότερα έρευνα στη Λισαβόνα στα αρχεία της χώρας για τη διατριβή του. Η Ρεζίνα ήταν προφανώς νιόπαντρη. Εμφανισιακά όχι κάτι το σπουδαίο, μάλλον χοντρούλα, λευκή φυσικά, αλλά ο τρόπος που πρόφερε ή μάλλον να πω τραγουδούσε τη γλώσσα ήταν συναρπαστικός. Μας κάλεσε για φαγητό στο σπίτι του ένας γνωστός τους, νέος αρχιτέκτονας, πολύ καλής οικογενείας με μητέρα Δανέζα, ο Ρικάρδο. Μετά κάναμε μια εκδρομή μαζί με λεωφορείο, γιατί τα λεφτά μου δεν έφταναν να νοικιάσουμε μαζί αυτοκίνητο όπως μου πρότειναν. Πήγαμε σε δυο ωραίες πόλεις, καταρχήν την παραθαλάσσια Ερισέιρα και κατόπιν τη μεγαλοπρεπή Μάφρα, μεγαλοπρεπή από τα παλάτια που είχε χτίσει ο χρυσός της Αμερικής. Στην Ερισέιρα συναντήσαμε στην παραλία έναν μαύρο σκύλο, μάλλον μικρόσωμο, που μας κοίταξε απειλητικά, έτοιμος να μας επιτεθεί, μόλο που το μέγεθός του δεν ενέπνεε φόβο.

            –  Bark, δηλαδή γάβγισε, του είπε ο Μάρεϊ κι αυτός άρχισε να μας γαβγίζει με μια σπηλαιώδη, ταλαιπωρημένη φωνή, που μας έκανε να βάλουμε τα γέλια. Γάβγιζε ο καημένος, αλλά οι δυνάμεις του δεν τον έφταναν.

Στο ταξίδι αυτό η Ρεζίνα μου διηγήθηκε, κάνοντάς με κοινωνό, και διάφορα προβληματάκια του γάμου της λόγω της ξεροκεφαλιάς του Μάρεϊ και για διάφορες άλλες στενοκεφαλιές. Όταν χωρίσαμε, γιατί χώριζαν οι δρόμοι μας, με κάλεσε να πάω να τη βρω στην πόλη της στη Βραζιλία, δίνοντάς μου συγκεκριμένες κατευθύνσεις. «Λέγεται Φορταλέζα, πολιτεία Σεαρά. Φτάνεις εκεί, πηγαίνεις στη μεγάλη πλαζ που λέγεται Ιρασέμα, αναγραμματισμός του Αμέρικα, κι εκεί θα βρεις ένα μεγάλο σπίτι, που είναι η βίλα της γιαγιάς μου, που λέγεται Ντόνα Μαρία.» Όλα αυτά καταχωρήθηκαν δεόντως στο σημειωματάριό μου εκείνου του ταξιδιού που το έχω ακόμα.

            Άλλη επαφή στα χρόνια εκείνα δεν είχαμε. Εγώ συνέχισα το μακρόχρονο ταξίδι μου στις ισπανόφωνες χώρες και από την Ισπανία το επεξέτεινα σε όλη τη Λατινική Αμερική, κάνοντάς το στόχο ζωής, ακόμα και επάγγελμα. Τη Βραζιλία την άφησα λίγο στην άκρη έχοντας στις εμπειρίες μου μια στέρεα φιλία με τον Μιριβάλντο, Βραζιλιάνο συνάδελφό μου στο Πανεπιστήμιο στο Μεξικό, τρομερό τύπο και από τους καλύτερους φίλους μου εκεί. Ήταν παντρεμένος με μια Μεξικάνα κι είχαν ένα αγοράκι. Είχε ένα παλιό αυτοκινητάκι βαμμένο καταπράσινο, που το αποκαλούσε «ο παπαγάλος μου» και πηγαίναμε μαζί παντού, πάνω-κάτω στη μεγάλη πόλη. Μου είχε διηγηθεί όλη του τη ζωή, παιδί ενός γαιοκτήμονα στην πολιτεία του Σάο Πάολο, που αγαπούσε την ύπαιθρο και τις αγελάδες και είχε βρεθεί μεταπτυχιακός φοιτητής στο Παρίσι κι ύστερα καθηγητής στο Μεξικό κάπως τυχαία. Ήταν ανυπόμονος να επιστρέψει σύντομα στις αγαπημένες του αγελάδες και στα χωράφια με πορτοκάλια της οικογενείας. Τελικά χώρισε με τη Μεξικάνα, η οποία το είχε ρίξει πολύ στη θρησκεία, οργάνωσε ένα μακιαβελικό σχέδιο απαγωγής του γιου του, που τότε ήταν 10 χρονών κι εξαφανίστηκε πίσω στη Βραζιλία. Μερικά χρόνια αργότερα πήγαμε να τον βρούμε στο χωριό του, μείναμε μαζί μια βδομάδα, η ζέστη ήταν αφόρητη. Ήταν μια εύφορη γη, κόκκινη, γη ευλογημένη. Ο φίλος μου δίδασκε τώρα σε μια Ανώτερη Σχολή της Αεροπορίας, που βρισκόταν εκεί και δε σκεφτόταν καθόλου να κάνει καριέρα στην πρωτεύουσα της πολιτείας, αν και με τις σπουδές του θα μπορούσε. Είχε ξαναπαντρευτεί μια καθηγήτρια σεξολογίας, που είχε ήδη δυο-τρία παιδιά και ο γιος του σπούδαζε νομικά σ’ ένα απ’ τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας.

            Στη Βραζιλία ξαναπήγα κάνα-δύο φορές, σταλμένος από την Κομισιόν, αλλά πάντα με πολύ σύντομες αποστολές, κυρίως στο Ρίο και την Μπραζίλια, την πρωτεύουσα. Δεν μπόρεσα να ξαναβρώ τον Μιριβάλντο, αλλά βρήκα μια άλλη Βραζιλιάνα, συνάδελφο απ’ το πανεπιστήμιο στο Μεξικό, που κι αυτή είχε επιστρέψει. Αυτή την ιστορία θα τη διηγηθώ αλλού.

            Και η Ρεζίνα; Ήμουνα σίγουρος ότι θα ‘χε χωρίσει με τον Αμερικάνο και θα ‘χε επιστρέψει στην αγαπημένη της πλαζ της Ιρασέμα, στη Φορταλέζα μαζί με τη γιαγιά. Όταν λοιπόν δημιουργήθηκε η προϋπόθεση για ένα καινούργιο ταξίδι στο Νορντέστε, πολύ αποφασιστικά πρόσθεσα και τη Φορταλέζα στον κατάλογο των πέντε-έξι πόλεων  όπου θα πηγαίναμε. Ήταν η πόλη της Ρεζίνας κι έπρεπε να ψάξω να τη βρω. Φτάσαμε, εγκατασταθήκαμε σ’ ένα ωραίο ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα κι αρχίσαμε την εξερεύνηση για την παλιά μας φίλη. Μια πρώτη ματιά στην πλαζ με απογοήτευσε. Η σίγουρα ήσυχη και ειδυλλιακή αυτή παραλία ήταν τώρα ένα συνονθύλευμα από θηριώδεις πολυκατοικίες και ξενοδοχεία, θηριώδεις με 15-20 ορόφους, όλες μαζί στριμωγμένες πάνω στην άμμο. Άντε βρες τώρα την ωραία βίλα, τη γιαγιά και την ίδια τη Ρεζίνα, που τώρα θα ‘ταν 60, όπως κι εγώ εξάλλου.

            Στη Φορταλέζα κάναμε παρέα με ορισμένους φίλους, διανοούμενους που είχαμε γνωρίσει νωρίτερα στο Συμπόσιο που  μας έφερε εκεί. Πήγαμε μαζί για ψώνια, για φαγητό και τέλος για καφέ σ’ ένα ωραίο μέρος της μόδας δίπλα στη θάλασσα, που λεγόταν “Coco Bambu”. Καμιά ελπίδα να γνωρίζουν οι καινούριοι φίλοι μου το παρελθόν ή την ύπαρξη της Ρεζίνα. Παρόλη τη σφοδρή επιθυμία μου να την ξαναβρώ, οι συνθήκες μου επέβαλαν να παραιτηθώ από την προσπάθεια. Το άφησα γι’ αργότερα (θα ζούμε;).

            Ελπίζω να είναι καλά, ευτυχισμένη στην αγαπημένη της πόλη, σίγουρα με παιδιά κι εγγόνια και ίσως αγνοώντας ότι η τύχη την έκανε να απωλέσει έναν παλιό θαυμαστή της, θαυμαστή δικό της, του γένους της, της υπέροχης χώρας της…

 *

©Γιώργος Ρούβαλης

φωτο©Στράτος Φουντούλης, από Café A Brasileira, 120 Rua Garrett, Λισαβόνα

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under βιογραφία, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία