Ελένη Σαμπάνη, Μοτιβένιοι στρατιώτες

sambani9.3.17
favicon

«Εκεί που νομίζαμε ότι στεκόμασταν σε σταθερό και σίγουρο έδαφος, όλα είναι παραδομένα στην αβεβαιότητα και την κίνηση»[1]. Διαβάζοντας τα λόγια του Popper (1969) έπιασα τον εαυτό μου να τα επαναλαμβάνει στη σκέψη, ύστερα στο λόγο και τελικά να τα κρατάει σε ένα χαρτάκι για να γράψει κάτι γι’ αυτά. Έμοιαζε σαν εντελώς φυσικά να ξεκίνησα έναν κύκλο ομοιόμορφων διαδικασιών για να παγιώσω τα λόγια αυτά στη σκέψη. Τότε, ξαφνικά, κάθε μοτιβένια κατασκευή της συνείδησης, μού φώτισε το νου.

Το σώμα μας ως ζωντανός οργανισμός συντηρεί την επιβίωση μέσα από μια σειρά επαναλαμβανόμενων διαδικασιών. Ο σταθερός ρυθμός της καρδιάς και της αναπνοής κάνει δυνατή τη λειτουργία όλων των άλλων υποσυστημάτων, που με τη σειρά τους και αυτά παράγουν ομοιότυπη κινησιολογία. Στις περιπτώσεις εκείνες όπου κάτι κινήσει τη διατήρησή της επιβίωσης, που αυξήσει ή ελαττώσει την ρυθμικότητα της αναπνοής και της καρδιάς, τα υπόλοιπα υποσυστήματα προσαρμόζονται αναλόγως. Μια τέτοια, όμως, κίνηση ανάλογα με την ωφελιμότητά της, μπορεί να γεμίσει την ύπαρξη νόημα αλλά και να την οδηγήσει στο θάνατο.

Στην τέχνη η επανάληψη έχει εξυπηρετήσει διάφορους σκοπούς ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε εποχής. Οι αρχαίοι γλύπτες και ζωγράφοι δούλευαν το ίδιο έργο ξανά και ξανά μέχρι να θεωρήσουν ότι έχει τελειοποιηθεί αυτή τους η δεξιότητα, σκεπτικό που υιοθετήθηκε τόσο κατά την Αναγέννηση όσο και κατά το Μπαρόκ. Στους ιμπρεσιονιστές χρησίμευε στο να αποτυπώνουν τις ποικίλες όψεις του ίδιου τοπίου σε διαφορετικές ώρες της μέρας, ενώ ο Warhol την νοηματοδότησε ως σχολιασμό απέναντι στον καταναλωτισμό και τη μαζική παραγωγή, θίγοντας, παράλληλα, και το ζήτημα της αυθεντικότητας και των πνευματικών δικαιωμάτων. Καλλιτέχνες όπως ο Wölfli με τις καλειδοσκοπικές του αποτυπώσεις και η Kusama με τις βούλες που καλύπτουν οποιαδήποτε πραγματικότητα φανταστεί, ταυτόχρονα με την συμμετοχή ψευδαισθησιακών εμπειριών, παράγουν μοτίβα, βούλες που για εκείνη είναι ο δρόμος για το άπειρο[2]. Με τον ίδιο τρόπο, οι σχηματισμοί των Mandala και ο χρωματισμός τους προτείνονται ως εργαλείο που εκτονώνει το στρες μέσα από την εμπλοκή της δημιουργικότητας με τα μοτίβα.

Από τον λόγο της λογοτεχνίας και της μουσικής, η επανάληψη γραμμάτων, ήχων και λέξεων-συνήθως στο τέλος των στίχων-, δίνουν ρυθμό και φαίνεται να δημιουργούν στον αναγνώστη/ακροατή μια προσδοκία γι’ αυτό που θ’ ακολουθήσει και που συνήθως επιβεβαιώνεται. Δίνει την αίσθηση ικανοποίησης και ευχαρίστησης, σαν μια ψευδαισθησιακή σταθερότητα και πληρότητα, ότι αυτό είναι έτσι όπως το ξέρω. Σκεπτόμενοι τον κόσμο των μικρών παιδιών όπου είναι φτιαγμένος πάνω σ’ αυτή τη συλλογιστική, μπορούμε να κατανοήσουμε τη λειτουργία της επαναληψιμότητας στα παιδικά τραγούδια και παραμύθια, στα οποία μάλιστα αν αλλάξεις σκόπιμα κάποιο μέρος τους, εκείνα τείνουν να «επαναφέρουν» τον κόσμο τους διορθώνοντας σε. Αξιόλογο δείγμα της επανάληψης στην πεζόμορφη ποίηση αποτελεί το συγκεκριμένο ποίημα του Χιόνη, που διαβάζεται με ρυθμικότητα, δημιουργεί χώρο για τις γλωσσικές και νοηματικές προσδοκίες του αναγνώστη και δίνει υπόσταση στο ποίημα: «Μέσα στη μοναξιά μου είν’ ένα σπίτι/ Όπου κατοικώ εγώ/ Με μέσα μου τη μοναξιά μου/ Όπου βρίσκεται το σπίτι/ Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου»[3].

Μας είναι, επίσης, ιδιαίτερα γνωστή η ερμηνεία που δίνει η ψυχαναλυτική θεωρία για την επανάληψη. Σύμφωνα με τον Freud πρόκειται για την ανάγκη μας να προσπαθήσουμε να ενσωματώσουμε το θάνατο στον τρόπο που σκεφτόμαστε και ζούμε, επιβεβαιώνοντας την ίδια μας την ύπαρξη, μέσα από το «άπιαστο» του θανάτου. Είναι αδύνατον να φανταστούμε το χαμό μας και, ακόμα και αν αυτό γίνει εφικτό, δεν στεκόμαστε ως τίποτε άλλο παρά μόνο ως παρατηρητές. Αυτή η συνεχόμενη προσπάθεια για αναπαράσταση της έλλειψης και της απώλειας μοιάζει με μιαν ανάγκη να έρθουμε πιο κοντά του, μήπως και μπορέσει να συλληφθεί έστω και λίγο από την συνείδηση μας. Με τα χρόνια η θεωρία του Lacan συνηγόρησε με το σκεπτικό του Freud «διαβάζοντας» την επιμονή του υποκειμένου στην επανάληψη ως μια επιστροφή στο θάνατο που παράγεται από το Συμβολικό. Στο παιχνίδι ενός παιδιού που πετούσε και ξανάπιανε ένα αντικείμενο (Fort-da), ο Freud είδε την επαναβίωση της δυσάρεστης στιγμής του αποχωρισμού από τη μητέρα και φαντάστηκε αυτό το τελετουργικό ως μια προσπάθεια του παιδιού να ανακτήσει δύναμη απέναντι στο θάνατο και την απώλεια.

Διαβάζοντας στο βιβλίο Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι[4] του Μίσσιου ότι «μόνο ο θάνατος που μειώνει την πολλαπλότητα, την ποικιλία της ζωής, είναι όντως θάνατος- αυτός ο θάνατος που, χρόνια τώρα, ο … πολιτισμένος άνθρωπος τον έκανε τρόπο ζωής του», βρίσκουμε την αφορμή να θυμηθούμε τον σκεπτόμενο Said που αισθάνθηκε την ανακούφιση και την ματαίωση που προσφέρει η επανάληψη απέναντι στην άπειρη ποικιλία και τον παραλογισμό του κόσμου. Αυτή η οργάνωση δίνει, βέβαια, την εντύπωση ότι εξυπηρετεί  το κομμάτι της επιβίωσης και αφήνει αφρόντιστη την υποκειμενική νοηματοδότηση και την ουσιαστική βίωση της εμπειρίας. Σε όλες τις προσπάθειες του ανθρώπου να κατανοήσει τη φύση αυτής της συμπεριφοράς που μοιάζει να του είναι τόσο πηγαία, μπόρεσε να διακρίνει τόσο την αρνητική της επίδραση στην εμπειρία όσο και την χρησιμότητα που έχει στην συντήρηση της ύπαρξης. Η Stein στο έργο της Portraits and Repetition προτίμησε να την δει ως επιμονή που μπορεί να παράξει τη διαφορά, αναφερόμενη στις αναγνώσεις που μπορεί να κάνει κανείς σε μια ιστορία, ενώ η υπαρξιστική ματιά του Kierkegaard στη μνήμη και τη συνήθεια, κατέληξε ότι σκληραίνει και στερεοποιεί το αντικείμενο, καθώς ό, τι επιτρέπεται στο πεδίο της είναι ανιαρό και στερείται νοήματος. Ο μεταδομισμός του Deleuze την όρισε ως «αυτή που πραγματικά μεταμφιέζει τον εαυτό της απαρτίζοντας τον εαυτό της, αυτή που απαρτίζει τον εαυτό της μόνο με το να μεταμφιέζει τον εαυτό της»[5] και η Butler έχτισε τη θεωρία της περί ταυτότητας και φύλου πάνω στην παραγωγή και αναπαραγωγή ενδεικτικών για το φύλο προτύπων. Στον φετιχισμό του εμπορεύματος και την οπτική που αναδύθηκε από τον Debord, η καταναλωτική διαδικασία παρομοιάζεται με μια αδηφάγα επανάληψη που φτάνει να «αδειάσει» τον κόσμο.

Είναι, όμως, τελικά η επανάληψη αυτή που μας «θεραπεύει ή λειτουργεί επιβαρυντικά για τη ζωή; Η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας μάς έχει δείξει ότι η επανάληψη υφίσταται και είναι πολύ πιθανόν να ορίζει την κοινωνική μας πραγματικότητα: «Πώς μπορεί κάτι σαν την επανάληψη και την επιστροφή να συμπίπτει με κάτι σαν την καινοτομία ή την αρχή; Αν η ιστορία ανέρχεται αυστηρά στην επανάληψη των ίδιων συμβάντων, τότε δεν υπάρχει καμιά καινοτομία, και ως συνέπεια είναι πιθανό να μένει για πάντα στην αρχή»[6] αναφέρει ο Miguel Vatter. Η αναμάσηση της ιστορίας στους τομείς των τεχνών, της βιομηχανίας, της διαφήμισης και γενικότερα εμφανίζεται ως μια οπτική που εξυπηρετεί τόσο την απεικόνιση και την ανάλυση όσο και την ίδια την ύπαρξη της ιστορίας και της αίσθησης της αιωνιότητας, καθώς και την συνέχιση τους. Με αυτήν την προσέγγιση, καθίσταται αδύνατο να γίνει διακριτό το νέο από το παλιό, με αρωγό την καθημερινή παρουσίαση προϊόντων από την κοινωνία του θεάματος. Ο Debord έλεγε ότι «δεν παράγεται τέχνη που να μην επαναλαμβάνει κάποιο κομμάτι του παρελθόντος» και ανθρώπινη ζωή που να μην το περιέχει, θα συμπληρώναμε.

Σε σχεσιακό επίπεδο, η εμπειρία είναι φτιαγμένη σε μεγάλο βαθμό από υποστηρίγματα επαναληπτικών συμπεριφορών. Ο νους μας τείνει να μένει στις ομοιότητες και να μαθαίνει μέσα από την επαναληπτική διαδικασία της γνώσης και των βιωμάτων. Η πραγματικότητα ιδωμένη ως κατασκευή και αποτελούμενη από άλλες κατασκευές όπως η αλήθεια, τα συναισθήματα και οι σχέσεις αιτίου-αιτιατού, φαίνεται να ενισχύονται από την επανάληψη και να ισχυροποιούνται ως πραγματικές. Ο Althusser μίλησε για την αντοχή μιας κατασκευής που έχει ως αποτέλεσμα την επαναληψιμότητα όντας μια διαδικασία παραγωγής. Σχήματα επαναλαμβανόμενα και γενικεύσιμα, χρήσιμα για να εξηγούμε όψεις των εμπειριών, δρώντας ως διαδικασίες υπονοούν την κίνηση, καθώς οφείλουν την ύπαρξη τους στην συντήρησή. Η θέαση, όμως, και η χρήση των μοτίβων ως μέσο για τη σταθερότητα και τη στασιμότητα απέναντι στο «moving is existing» της Stein πρόκειται για μια συντηρητική διαδικασία που εξυπηρετεί μόνο την επιβίωση και την δημιουργία μιας ταυτότητας ίδιων χαρακτηριστικών χτίζοντας τελικά μια εικονική πληρότητα. Είναι κατά τον Vico «πηγή νοήματος που φτιάχθηκε από το μυαλό ενάντια στο χάος των ανθρώπινων ενστικτωδών ενεργειών»[7] και «βοηθά τους ανθρώπους για να μπορούν να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους στους ίδιους και σε άλλους»[8] σύμφωνα με τον Said. Από την άλλη, για τον Kierkegaard είναι ξεκάθαρη η χροιά της επιρροής της επανάληψης: «έπεισα τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχει η επανάληψη, είναι όμως, σίγουρο και αληθές ότι με το να αμβλύνονται οι δυνάμεις κάποιου για παρατήρηση, το άτομο μπορεί να πετύχει μια ομοιότητα που έχει περισσότερο αναισθητική δύναμη από τις πιο ευφάνταστες διασκεδάσεις»[9]. Κατανοούμε, ότι σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω οπτικές η επανάληψη στερείται δημιουργίας και πόσο μάλλον αλλαγής, της μοναδικής σταθεράς του Ηράκλειτου. «Το σημαντικότερο όλων ήταν ίσως πως αυτό το τοπίο ήταν ένα τοπίο ρευστό. Είχε εκείνη την δύναμη επικοινωνίας που έχει κάθε συνάντηση σώματος και ψυχής, εκείνο το τσακμάκισμα που γεννάει τη μουσική της ελευθερίας» μας μεταφέρει με τόση ομορφιά ο Χρόνης Μίσσιος.[10]

Ακόμα και εν μέσω της επανάληψης γίνονται μικρές ανεπαίσθητες μετατοπίσεις που δεν αρκούν όμως για να υπάρξει αλλαγή. Θα μπορούσαμε να το φανταστούμε ως ένα ελατήριο  που ανοίγοντας οι κύκλοι του αποκτούν κάποια απόσταση από τον αρχικό, αλλά γυρνάνε στην πρωταρχική -σχεδόν- εφαπτόμενη θέση τους. Βλέπουμε ότι η κίνηση υφίσταται ακόμα και όταν νομίζουμε ότι έχουμε κατακτήσει τη σταθερότητα και τη βεβαιότητα της εμπειρίας. Η τροχιά των πλανητών έχει να μας διδάξει και να επαληθεύσει την άποψη των ανεπαίσθητων μετατοπίσεων, καθώς καμιά τροχιά της γης γύρω από τον ήλιο δεν είναι ποτέ ακριβώς όμοια. Το ίδιο το σώμα ζητά καινούριες προσαρμογές –νευρομυικές, γνωστικές- για την ενεργοποίηση νέων δικτύων νευρώνων και την παραγωγή αποτελεσμάτων. Είναι πιθανόν ότι οποιαδήποτε προσπάθεια και να επιχειρούσαμε να φανταστούμε τον κόσμο χωρίς επανάληψη, θα ήταν καταδικασμένη να αποτύχει, και θα έμοιαζε σαν ένα σύμπαν χωρίς κανόνες. Η διατήρηση της φαίνεται να έχει κάποια χρησιμότητα σε οποιοδήποτε πλαίσιο εμφανίζεται και για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Από την ερώτηση του Διαφωτισμού αν είναι καλή ή κακή και περνώντας στη μεταμοντέρνα οπτική του αν έχει νόημα για το υποκείμενο ή όχι, μπορέσαμε να δώσουμε μόνο απαντήσεις που εφάπτονται στα όρια της σκέψης και της φαντασίας μας. Τελειώνοντας, όμως, μου έμεινε η αίσθηση ότι χρειάζονται νέες, καταλληλότερες ερωτήσεις για να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση της επανάληψης, ερωτήσεις που πολύ πιθανόν να συμβαδίζουνε με τις ανάγκες της εποχής, την εκάστοτε φιλοσοφική συζήτηση και χρονική στιγμή. Σίγουρα, όμως, ερωτήσεις που να παράγουν κίνηση και αλλαγή.


[1] Wolfgang Welsch: Τόποι του Μεταμοντέρνου, Μετάλογος-Συστημικές Προσεγγίσεις και Ψυχοθεραπεία
[2] Manhattan Suicide Addict, 1978
[3] Τύποι Ήλων, 1978
[4] Γράμματα, 1996
[5] Poetry and Repetition: Walt Whitman, Wallace Stevens, John Ashbery, 2005
[6] On Monique Wittig: Theoretical, Political and Literary Essays, 2005
[7] Poetry and Repetition: Walt Whitman, Wallace Stevens, John Ashbery, 2005
[8] Poetry and Repetition: Walt Whitman, Wallace Stevens, John Ashbery, 2005
[9] Poetry and Repetition: Walt Whitman, Wallace Stevens, John Ashbery, 2005
[10] Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, 1996

*
©Ελένη Σαμπάνη

Διαβάστε το 1ο ΜέροςΗ θεατρική μίμηση του χρόνου

φωτο©Στράτος Φουντούλης, Επίδαυρος 2008

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία