Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου, Χαλασμένη

sozou-kyrkou2.3.17

favicon

Η Ουρανία, η μάνα και εγώ κατηφορίζουμε το χωματόδρομο ένα Μαγιάτικο πρωινό. Τα παπούτσια μας ακούγονται σα χαλάζι σε τσίγκο σε κάθε μας βήμα και τα ξύλινα σαμπό της αδερφής μου χτυπούν το ένα το άλλο σαν κλακέτες. Η μάνα κρατάει ένα τεράστιο σάκο από καναβάτσο γεμισμένο με πλαστικές σακούλες. Το τραχύ ύφασμα στη βάση του σάκου σέρνεται και γδέρνει το δρόμο φέρνοντάς μου ρίγη. Απ’το πρωί τρέμω. Από όταν η μάνα μας είπε ότι θα πάμε στο σπίτι της Μαργαρίτας. Ο ήλιος μου καίει το κεφάλι αλλά τα πόδια μου είναι αδύναμα και τα χέρια μου ιδρωμένα. Τα δάχτυλά μου είναι ερεθισμένα απ’το πολύ πασπάτεμα της μεταλλικής αγκράφας του φορέματός μου.

            Η Ουρανία μαζεύει κίτρινες μαργαρίτες και χαμομήλι απ’την άκρη του δρόμου και έχει ήδη κάνει ένα μικρό μπουκέτο. Μαδάει τα φύλλα και τ’αφήνει με το κοτσάνι. Ξαφνικά ουρλιάζει και εκσφενδονίζει τα λουλούδια στο ρυάκι στα δεξιά του δρόμου.

            ‘Τι συμβαίνει?’ Η μάνα την κοιτάει ανήσυχη.

            ‘Το πιστεύεις?’ Υπήρχε μια σφήκα στις μαργαρίτες! Ευτυχώς που δεν τις μύρισα. Μπρρ..’ Σείεται ολόκληρη και τρέχει στο δρόμο χτυπώντας με τα χέρια της τον αέρα σαν πουλί.

            Το σπίτι είναι στ’αριστερά του δρόμου που οδηγεί στην πλατεία του χωριού. Ακριβώς απέναντι απ’την εκκλησία. Είναι παραλληλόγραμμο με σκεπή στο σχήμα πυραμίδας και κατακόκκινα κεραμίδια. Έχει δύο πράσινα ξύλινα παράθυρα και μια πράσινη μεταλλική πόρτα μπροστά. Είναι σαν αυτά τα σπίτια που ζωγραφίζαμε στο Δημοτικό την ώρα των Καλλιτεχνικών. Όλοι κάναμε παρόμοια άσπρα σπίτια με δύο παράθυρα και μία πόρτα στην πρόσοψη και κόκκινες, μυτερές στέγες. Σαν ένα κεφάλι με σκούφο, δύο μάτια και έναν ανοιχτό στόμα. Τα περισσότερα παιδιά στην τάξη μου, εκτός απ’το Δημήτρη, σχεδιάζαμε έναν αχτινωτό ήλιο στο χρώμα του λεμονιού πάνω απ’το σπίτι και έναν άντρα, μια γυναίκα και ένα ή δύο ή περισσότερα παιδιά δίπλα τους. Όλοι στέκονταν στην μπροστινή αυλή, χαμογελαστοί. Και δύο δέντρα, ένα δεξιά και ένα στα αριστερά του σπιτιού. Μια φουντωτή πορτοκαλιά, μια ελιά ή ένα κυπαρίσσι. Ο Δημήτρης πάντα σχεδίαζε μία γυναίκα δίπλα στο σπίτι, ένα αγόρι λίγο πιο πέρα και ένα κυπαρίσσι παραδίπλα. Ο ουρανός ήταν μπλε σκούρος με μαύρες πινελιές παντού. Η πόρτα έγερνε προς τα κάτω, σαν ένα στόμα που αγωνιά. Δεν υπήρχε ήλιος, ούτε άντρας. Όποτε έβλεπε τις ζωγραφιές του η κυρία Φρόσω έσφιγγε τα χείλη της, κουνούσε το κεφάλι και τον χτυπούσε στην πλάτη συγκαταβατικά. Ποτέ δεν έκανε το ίδιο και σε μένα. Και τα σχέδιά μου ήταν πολύ καλύτερα. Ε, τουλάχιστον φωτεινότερα.

            Απ’το δρόμο μπορούμε να δούμε της Μαργαρίτας το μικρό κήπο με την παλιά ελιά στη μέση. ‘Έχει αγριέψει τώρα, γεμάτος αγριόχορτα. Πιθανότατα κρύβει χιλιάδες ζωύφια και ποντίκια στο γρασίδι, ακόμα και φίδια. Δεν θυμίζει καθόλου τον περιποιημένο κήπο που ήταν στην αρχή. Η μάνα έστελνε την αδερφή μου και εμένα να παίξουμε έξω στον κήπο ενώ αυτή έμενε μέσα για να μιλήσει με τη Μαργαρίτα. Κυνηγούσαμε η μια την άλλη γύρω απ’τον στιβαρό, σταχτί κορμό, πετώντας ελιές ή μυτερά φύλλα η μία στην άλλη και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια. Όποτε ήμουν εκεί μόνη μου καθόμουν στο ασβεστωμένο, πέτρινο πεζούλι, δίπλα στο φούρνο με τα ξύλα, και αγνάντευα το δέντρο. Τα παχουλά, στρογγυλεμένα κλαδιά του γλιστρούσαν πάνω και ανάμεσα από τα υπόλοιπα, σαν τεράστια, μπερδεμένα φίδια. Απ’το δρόμο τώρα ο κορμός φαίνεται σαν ένα γιγαντιαίο φίδι που αναρριχάται στο δέντρο, το στόμα του ορθάνοιχτο, έτοιμο να καταπιεί τα ασημοπράσινα κλαδιά και φύλλα, όλα με μια μεγάλη χαψιά.

            Κατεβαίνουμε τα σκαλάκια και η μάνα ξεκλειδώνει την εξώπορτα. Είναι κατασκότεινα και δύσοσμα μέσα, μια βαριά μυρωδιά μούχλας. Και κρύα. Πολύ κρύα. Η Ουρανία κλείνει τη μύτη της και η μάνα απασφαλίζει τα ξύλινα παντζούρια απ’τα παράθυρα του σαλονιού. Αχτίνες δυνατού ήλιου ορμούν στο δωμάτιο και μαζί τους χιλιάδες μικροσκοπικοί κόκκοι σκόνης. Είναι σαν το σπίτι να εισπνέει φως απ’το παράθυρο και να εκπνέει την παγωμένη του ανάσα έξω στον κήπο.

            ‘Μάνα, μπορώ να το πάρω αυτό?’ Η Ουρανία δείχνει έναν παλιό οβάλ καθρέφτη με ξύλινο πλαίσιο που κρέμεται στον τοίχο στο διάδρομο. Τα χρυσά καλλιγραφικά γράμματα σχηματίζουν τη λέξη ‘Καλημέρα’ που φεγγοβολά στην κορυφή του. Υπάρχουν ασημένιες γρατσουνιές σε διάφορα σημεία του καθρέφτη και βλέπω μέσα το κεφάλι της αδερφής μου παραμορφωμένο. ‘Μπορώ? Σε παρακαλώ, μάνα!’ Τεντώνεται και χαιδεύει το σγουρομάλλικο, ξανθό χερουβείμ που είναι ζωγραφισμένο στο κάδρο δεξιά. Ένα ζευγάρι χρυσά φτερά απλώνονται πίσω απ’την πλάτη του και το πρόσωπό του είναι στρουμπουλό και φακιδιάρικο, ακριβώς όπως ήταν της Μαργαρίτας στην αρχή. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα, όπως και τα σγουρά μαλλιά της που έμοιζαν σαν φλεγόμενος θάμνος στον ήλιο.

            ‘Μπορώ, μάνα?’ Η Ουρανία χτυπάει τα σαμπό της στο ξύλινο πάτωμα με γδούπο.

            ‘Ναι, ναι, εντάξει. Θα τον ξεκρεμάσουμε αργότερα. Υπάρχουν άλλα πράγματα που πρέπει να δούμε πρώτα. Ελάτε εδώ!’ Η μάνα ανοίγει την ξύλινη πόρτα που οδηγεί στο ραφτάδικο της Μαργαρίτας. Το μικρό δωμάτιο μυρίζει ξύλο, λάδι και ναφθαλίνη. Τα δόντια μου τρίζουν και ανεβάζω το γιακά μου. Οι χρυσές καλλιγραφίες στη ραπτομηχανή και η λέξη SINGER λάμπουν όταν η μάνα ανοίγει το παράθυρο ακριβώς από πάνω. Από εκεί φαίνεται ο δρόμος. Τα δύο παντζούρια είναι τρύπια σε κάποια σημεία.

            ‘Μπάσταρδοι!’ Η μάνα κλείνει τις κουρτίνες. Ξέρουμε ποιοί το έκαναν. Αγόρια γνωστά απ’το σχολείο. Πέρναγαν απ’το σπίτι της Μαργαρίτας και έριχναν πέτρες στα παράθυρά της, βρίζοντάς την. Αγόρια που ζωγράφιζαν σπίτια με έναν άντρα, μια γυναίκα και τα παιδιά τους στην μπροστινή αυλή.

            ‘Πούντο, πούντο το δαχτυλίδι? Ψάξε, ψάξε, δε θα το βρεις,’ κορόιδευαν και μετά, ‘Πάει το πουλάκι, πέταξε, χαλασμένη Μαργαρίτα.’

            Ήμουν στο ραφτάδικό της μια φορά και την είδα να χλωμιάζει και να τρέχει να κλείσει τα παντζούρια όταν μια μικρή πέτρα ράγισε το τζάμι. Φοβήθηκα τόσο που κόλλησα την πλάτη μου στην ξύλινη ντουλάπα της και έκλεισα τα μάτια. Ευχόμουν να φύγουν μακριά και να μας αφήσουν ήσυχες επιτέλους.

            ‘Μην ανησυχείς, κούκλα μου.’ Μου χάιδεψε το κεφάλι. ‘Ανόητα παλιόπαιδα είναι. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Οι γονείς τους φταίνε, όχι αυτά.’ Τα χλωμά χείλη της χαμογέλασαν αλλά όχι και τα μάτια της. Και μετά άκουσα τη μάνα της να φωνάζει έξω. Η κυρα Νότα κυνηγούσε τα παιδιά με την ψάθινη σκούπα. Ποτέ δεν είχε πιάσει κανένα. Όταν μπήκε μέσα, κατακόκκινη και με γουρλωμένα μάτια, η μαύρη μαντήλα της είχε γλιστρήσει στο λαιμό της σα μια μαύρη γάτα να είχε σκαρφαλώσει και να της έπνιγε το λαιμό και μικρές τούφες από γκριζα μαλλιά ξέφευγαν απ’τον κότσο της και ανέμιζαν σαν ανεμοδαρμένα στάχυα.. Πέταξε τη σκούπα σε μια γωνιά σαν να την έβαζε τιμωρία και πήγε στην κουζίνα. Η Μαργαρίτα άνοιξε το φως, έκατσε στην ξύλινη καρέκλα μπροστά απ’τη ραπτομηχανή και ξεκίνησε το πετάλι. Φτέρνα με μύτες δαχτύλων και αντίστροφα, νευρικά στην αρχή, το αριστερό της πόδι σε αγώνα ταχύτητας με το δεξί της. Εγώ άκουγα αυτά τα πόδια να βαδίζουν, να ποδοπατούν ανύπαρκτες κατσαρίδες στο δρόμο της, να τις συνθλίβουν, ώσπου το βάδισμα εξασθένησε και τελικά έσβησε.

            Το ξύλινο τραπέζι της ραπτομηχανής είναι σκονισμένο και ένα πλαινό συρτάρι ανοιχτό. Κουβαρίστρες, φερμουάρ διαφόρων χρωμάτων και μεγεθών βρίσκονται εκεί, ένα κορδόνι, δύο ψαλίδια και μπόλικα κουμπιά. Η μάνα κλείνει το συρτάρι και ανοίγει τα υπόλοιπα. Η δαχτυλήθρα της Μαργαρίτας, μια κίτρινη μεζούρα και το στρογγυλό, μπεζ μαξιλαράκι της στο μέγεθος ενός φιρικιού με πολλές καρφίτσες κολλημένες πάνω του. Το καρφίτσωνε στη μπλούζα της, πάνω απ’το αριστερό της στήθος με μια παραμάνα και έμοιαζε με αχινό και με της μάνας τη μεγάλη, τριχωτή, μαύρη ελιά στο σαγόνι της. Συχνά κοίταζα επίμονα τις καρφίτσες που τσίμπαγε με τα χείλη της και έτρεμα στην ιδέα ότι κάποια απ’αυτές θα μπορούσε να την καταπιεί. Η Μαργαρίτα, σα να διάβαζε τη σκέψη μου, μου είπε κάποτε, ‘Μην κάνεις ποτέ το ίδιο κι εσύ. Εντάξει, κούκλα?’ Είχε επίσης ένα πράσινο σαπουνάκι για να σχεδιάζει γραμμές στο ύφασμα, κάνοντας το περίγραμμα των χεριών, ποδιών, μέσης και ντεκολτέ και έπειτα το καρφίτσωνε, ενώ εμείς το φορούσαμε. Πώς στο καλό κατάφερνε να τραβήξει το φουστάνι πάνω απ’το κεφάλι μας με όλες αυτές τις καρφίτσες χωρίς να μας τσιμπήσουν, έχει παραμείνει μυστήριο για μένα. Μετά έβαζε το ύφασμα κάτω απ’τη βελόνα της ραπτομηχανής και έκανε πετάλι γρήγορα, γεμίζοντας κροταλισμούς το δωμάτιο, ενώ το δεξί της χέρι γύριζε τη μαύρη μεταλλική ρόδα προς το μέρος της κάπου κάπου.

            Στην αρχή έραβε τα φουστάνια μας μέσα σε δύο εβδομάδες, αλλά αργότερα, όταν ήταν αδιάθετη, της έπαιρνε πάνω από μήνα για να τα φτιάξει. Η μάνα δεν την πίεζε ποτέ.

            ‘Με το πάσο σου, Μαργαρίτα. Με το πάσο σου,’ της έλεγε όταν αυτή ζήταγε άλλη μια εβδομάδα περιθώριο. ‘Απλώς ήρθα να δω πώς είσαι.’ Η μάνα έστελνε την αδερφή μου και μένα να παίξουμε έξω στον κήπο και έκλεινε την πόρτα.

            ‘Θα πάρουμε κι αυτό?’ Η Ουρανία δείχνει τη ραπτομηχανή και γυρίζει τη ρόδα γρήγορα.

            ‘Ναι, φυσικά. Πρόσεχε μην τη σπάσεις.’

            ‘Δεν τη σπάω.’

            ‘Θα τη σπάσεις.’ Η μάνα διώχνει το χέρι της μακριά μ’ένα χαστούκι. Αυτή συνοφρυώνεται και κατευθύνεται προς τη σκούρα, ξύλινη ντουλάπα στον τοίχο απέναντι απ’το παράθυρο. Το δεξί πλαστικό χερούλι λείπει και χρησιμοποιεί το αριστερό για να την ανοίξει. Όλα τα ρούχα της Μαργαρίτας είναι εκεί. Σιδερωμένα, με τη μυρωδιά της ναφθαλίνης πάνω τους και κρεμασμένα στη σειρά, δίπλα στης μάνας της τα μαύρα φουστάνια, φούστες, μπλούζες και μαντίλες. Στα τελευταία συρτάρια είναι τα εσώρουχα. Μαύρα και άσπρα βρακάκια και σουτιέν και μερικά καλσόν. Υπάρχει επίσης και ένα παράξενο φούξια κιλοτάκι που μοιάζει σαν μεγάλη δαντελωτή ζώνη. Του λείπει το από κάτω του αλλά έχει δύο ελαστικές λουρίδες που κρέμονται απ’το πλάι. Δίπλα σ’αυτή υπάρχει κι ένα ασορτί σουτιέν, τόσο μικρό που με το ζόρι θα χωρούσε δύο μικρά λεμόνια. Η Ουρανία το κρατάει ψηλά και το επεξεργάζεται.

            ‘Made in China,’ διαβάζει δυνατά την ταμπέλα στο ρούχο.

            ‘Τι είν’αυτό? Η μάνα στρέφεται προς αυτή. ‘Άστα αυτά, ανόητο κορίτσι.’ Ορμάει και αρπάζει το ρούχο και το σπρώχνει βαθιά μέσα στο κάτω συρτάρι. Μετά το κλείνει και τραβάει μια μεγάλη πλαστική σακούλα απ’το σάκο. Αδειάζει το περεχόμενο των συρταριών της ραπτομηχανής σ’αυτή και σε μία άλλη βάζει όλα τα ρούχα απ’τη ντουλάπα, διπλωμένα, μαζί με τις κρεμάστρες.

            ‘Τι θα τα κάνουμε όλα αυτά?’ ρωτάω.

            ‘Θα τα δώσουμε στους Μπακαλαίους.’

            ‘Τι, θα τα φορέσουν?’ Ρωτάει η Ουρανία.

            ‘Φυσικά, τι άλλο?’

            ‘Δεν θα τα φορούσα τα ρούχα ενός νεκρού ανθρώπου για όλα τα καλά.’ Η αδερφή μου σκοτεινιάζει και κουνάει το κεφάλι της. Ούτε κι εγώ θα τα φορούσα. Υπάρχει μια παράξενη μυρωδιά πάνω τους. Η μυρωδιά τους. Δεν θα τ’άντεχα.

            ‘Θα τα φορέσουν μια χαρά,’ λέει η μάνα.

            ‘Κι αυτό? Μπορώ να το έχω, μάνα?’ Η Ουρανία δείχνει μια μαριονέτα γκέισα που κρέμεται από ένα καρφί στον τοίχο.

            ‘Ω, όχι, μάνα! Όχι αυτή! Αυτή είναι δική μου!’ λέω στη μάνα καθώς η Ουρανία πατάει στις μύτες των ποδιών της για να τη φτάσει. ‘Η Μαργαρίτα μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου την έδινε μια μέρα. Είναι δική μου.’

            ‘Εντάξει, εντάξει. Πάρτην, πάρτην.’ Η μάνα αναστενάζει και μου τη δίνει.

            ‘Μάνα…’ η Ουρανία βαράει το σαμπό της στο πάτωμα.

            ‘Σταματήστε! Και οι δυό σας! Έξω τώρα! Δεν μπορώ να σας ακούω πια. Πηγαίνετε και παίξτε στον κήπο.’ Μας σπρώχνει μακριά. Παίρνω μια βαθιά ανάσα από φρέσκο αέρα μόλις βγαίνουμε έξω, η γκέισα σφιχτά κλεισμένη στο χέρι μου. Η Ουρανία μου ρίχνει κλεφτές ματιές όλο μίσος. Καθόμαστε στο πεζούλι δίπλα στο φούρνο και οι φτέρνες μας χτυπούν τις πέτρες του τοίχου.

            ‘Δεν την ήθελα ούτως ή άλλως,’ λέει η Ουρανία.

            ‘Αλήθεια?’ Δεν την πιστεύω.

            ‘Αλήθεια. Είναι καταραμένη αυτή η κούκλα.΄’

            ‘Τι εννοείς?’

            ‘Της την έδωσε αυτός. Της έφερε κακή τύχη. Η κούκλα είναι κακιά.’

            ‘Όχι, δεν είναι.’

            ‘Αυτός τη σκότωσε.’

            ‘Όχι, δεν τη σκότωσε.’

            ‘Ναι, τη σκότωσε. Η μάνα το είπε μια μέρα. Μιλούσε στον πατέρα στην κουζίνα. Την άκουσα με τα ίδια μου τ’αφτιά.’

            ‘Δεν το εννοούσε έτσι, ηλίθια.’

            ‘Πώς έτσι?’

            ‘Θα το μάθεις όταν μεγαλώσεις.’

            ‘Πώς έτσι, πες μου!’ Η αδερφή μου μπορεί να κάνει τη φωνή της τόσο τσιριχτή που νομίζεις ότι δέχτηκες βέλος στο κεφάλι που πέρασε απ’το ένα αφτί και βγήκε απ’το άλλο.

            ‘Ρώτα τη μαμά.’ Ελπίζω έτσι να την ξεφορτωθώ. Αν συνεχίσει να στριγγλίζει έτσι, σίγουρα θα φάει ένα μπάτσο στον πισινό της πολύ σύντομα. Η Ουρανία τρέχει στο σπίτι και τα σαμπό της ακούγονται σαν καλπασμός αλόγων.

            Ο Θανάσης είχε δώσει στη Μαργαρίτα τη μαριονέτα γκέισα. Ένα σουβενίρ απ’το ταξίδι του στην Ιαπωνία, μας είχε πει η Μαργαρίτα με περηφάνεια κάποτε. Ταξίδευε σ’όλο τον κόσμο με πλοίο και όποτε επέστρεφε έφερνε σπίτι πράγματα γι’αυτή. Μου άρεσε αυτή η κούκλα απ’την πρώτη στιγμή που την είδα. Φωτεινή και εξωτική. Έχει αυτό το άσπρο σα ρύζι πορσελάνινο πρόσωπο, τέσσερις μαύρες σχισμές, δύο για μάτια και δύο για φρύδια και κόκκινα σα φράουλα χείλια. Τα εβένινα μαλλιά της είναι πιασμένα σε κότσο που παρόμοιο δεν είχα ξαναδεί. Μ’αρέσει να γλιστράω το δάχτυλό μου πάνω του ξανά και ξανά. Και αυτές οι κίτρινες κορδέλες που κρέμονται απ’τους κροτάφους της και συναντιώνται στην κορυφή του κεφαλιού της σχηματίζοντας ένα λουλουδάτο κότσο. Και αυτή η τεράστια πορτοκαλί ζώνη γύρω απ’τη μέση της που φτάνει ως το – σχεδόν ανύπαρκτο – στήθος της. Η ζώνη κάνει μια παράξενη καμπούρα στην πλάτη σα να κουβαλάει μια τσάντα με ρούχα. Αλλά αυτό που λατρεύω περισσότερο είναι το μακρύ λιλά φουστάνι της με όλα τα είδη λουλουδιών, άσπρα, πορτοκαλί, κόκκινα, μπλε και κάποια πράσινα φύλλα. ‘Εχει σπάγκους στα χέρια, το κεφάλι και τα γόνατα. Όταν κουνάω τους σπάγκους, κουνάει το κεφάλι και τα χέρια της αλλά δεν μπορεί να περπατήσει. Αντί για πόδια έχει δύο ξύλα κολλημένα μαζί. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να λυγίσει το κεφάλι, να χαιρετήσει και να γονατίσει. Αλλά δεν μπορεί να περπατήσει.

            Η Ουρανία και εγώ είδαμε το Θανάση να φεύγει απ’το σπίτι της Μαργαρίτας μια Δευτέρα το περασμένο Φθινόπωρο.

            ‘Γεια, μικρή μου γκέισα,’ τη χαιρέτησε και χάιδεψε τα λαδωμένα με μπριγιαντίνη μαλλιά του με την παλάμη του. Σκαρφάλωσε στις σκάλες και εξαφανίστηκε πίσω απ’την εκκλησία. Η κυρα Νότα ήταν στα χωράφια και μάζευε πατάτες. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα ήταν ευχαριστημένη όταν τον έβλεπε εκεί. Η μάνα λέει συχνά ότι είναι ντροπή για μια νέα γυναίκα κι έναν άντρα να συναντηθούν ασυνόδευτοι, εκτός κι αν είναι συγγενείς. Τι θα νομίσει ο κόσμος?

            Τα μάγουλα της Μαργαρίτας ήταν άλικα εκείνη τη Δευτέρα, σαν τα χείλη της γκέισας και τα βλέφαρά της έλαμπαν σαν σίκαλη σε ηλιόλουστο κάμπο. Έγερνε στην πόρτα, γελαστή, με αυτά τα φουντωτά, κόκκινα μαλλιά, σαν χερουβείμ. Σαν αυτό που μας καλημερίζει απ’τον καθρέφτη της στο διάδρομο. Έστριβε ένα δαχτυλίδι στο αριστερό της δάχτυλο, τόσο λαμπερό στον ήλιο που χρειάστηκε να μπούμε μέσα για να το δούμε καθαρά. Η Μαργαρίτα κελαηδούσε σαν κοτσύφι εκείνο το απόγευμα και δεν έπαιρνε τα μάτια της από το δαχτυλίδι.

            Ο Θανάσης έφυγε για άλλο ένα μακρινό ταξίδι. Στην Αυστραλία έλεγαν, αλλά κανείς δεν ήξερε με σιγουριά. Και μετά, τον Απρίλιο, δύο εβδομάδες πριν το Πάσχα, το ακούσαμε. Ο Θανάσης επέστρεψε επιτέλους. Έφερε την αρραβωνιαστικιά του σπίτι για να τη γνωρίσει στους γονείς του. Μια ψηλή, λεπτή κoπέλα απ’την Αθήνα. Την είδαμε στη θεία λειτουργία την Κυριακή το πρωί. Μπήκε καμαρωτή μέσα στη εκκλησία αγκαζέ με το Θανάση και οι γοφοί της πήγαιναν πότε αριστερά, πότε δεξιά, ενώ τα ψηλά της τακούνια χτύπαγαν το μωσαϊκό σαν καστανιέτες. Όλοι είχαν τα μάτια τους καρφωμένα στο νέο ζευγάρι.

            ‘Τι θα γίνει με τη Μαργαρίτα?’ ψιθύρισα αλλά η μάνα έβαλε το δεξί της δείκτη κάθετα στα χείλη της και γύρισε τα μάτια ψηλά.

            ‘Την παράτησε,’ είπε η Ουρανία. ‘Το ήξερα. Ποτέ δεν τον συμπάθησα.’ Τους αγριοκοίταξε και σταύρωσε τα χέρια της. Εγώ μούδιασα, το ψάλσιμο του πάπα Λάμπρου ένα μακρινό μουρμουρητό που ξεθώριαζε και ξεθώριαζε…

            ‘Τι πρέπει να σε ονομάσουμε, Αγαπημένη? Ουρανό? Επειδή έκανες τον ήλιο της δικαιοσύνης να ανατείλει. Παράδεισο? Επειδή  έκανες το λουλούδι της αφθαρσίας να βλαστήσει. Παρθένα? Επειδή παρέμεινες αλώβητη…’

            ‘Σοφία! Έλα μαζί μου στο υπόστεγο του κήπου. Βοήθησέ με να πάρω κάποια πράγματα. Γρήγορα!’ Η μάνα μου γνέφει απ’το σπίτι. Παγώνω. Όχι. Δεν θα πάω εκεί. Όχι.

            ‘Δεν μπορώ, μάνα. ‘Οχι, δεν μπορώ!’

            ‘Γιατί όχι?’ Με πλησιάζει με μάτια μισόκλειστα.

            ‘Επειδή…’ Δεν μπορώ να κουνηθώ μήτε να κοιτάξω εκεί στη μικρή καλύβα στο βάθος του κήπου. Τόσο σκοτεινή, χωρίς παράθυρα. Με τους βρυώδεις τοίχους και όλα αυτά τα φυτά να ξεπετάγονται μέσα απ’τις σχισμές της πέτρας, να ξεφεύγουν τις σκιές. Προσπαθούσα να το ξεχάσω, αλλά τώρα…

            ‘Όχι, δεν πάω εκεί.’ Κρύβω το πρόσωπό μου στα χέρια μου. ‘Γιατί το έκανε αυτό, μάνα? Γιατί?’

            ‘Το άκουσες, ε?’ Η μάνα κάθεται κοντά μου στο πεζούλι και χαιδεύει τα πόδια μου. ‘΄Ηταν αδύναμη και απελπισμένη, Σοφία μου. Και άτυχη. Δεν είχε πατέρα ή αδερφό να της σταθεί. Να δώσει σ’αυτό το μπάσταρδο να καταλάβει…’

            ‘Μπορούσε να βρει άλλον άντρα. Γιατί να το κάνει αυτό?’ λέω με λυγμούς.

            ‘Ποιός την ήθελε? Ήταν χαλασμένη. Κανείς δεν θα την παντρεύονταν και το ήξερε.’

            ‘Χαλασμένη? Πώς μπορεί κάποιος άνθρωπος να χαλάσει? Τι πρόβλημα είχε? Δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν. Ήταν τόσο καλή…’

            ‘Το ξέρω. Το ξέρω, Σοφία μου, αλλά… υπάρχουν κάποια πράγματα… θα τα μάθεις όταν μεγαλώσεις.’ Πετάγεται πάνω με ένα στεναγμό και ισιώνει την ποδιά της. ‘Ουρανία! Πού είσαι? Έλα να με βοηθήσεις στο υπόστεγο.’ Γυρνάει σε μένα. ‘Μπορείς να μας περιμένεις εδώ. Δε θ’αργήσουμε.’ Η Ουρανία βγαίνει απ’την μπροστινή πόρτα με ένα ξύλινο ελέφαντα στο χέρι. Τον σηκώνει ψηλά για να με κάνει να τον προσέξω και μετά πάει χοροπηδώντας στην καλύβα.

            Η κυρα Νότα είχε βρει εκεί τη Μαργαρίτα. Όλο το χωριό άκουσε τα ουρλιαχτά και τα βογγητά της. Η μάνα δεν μας άφησε να πλησιάσουμε αλλά όταν ήρθε σπίτι ήταν χλωμή σαν το πρόσωπο της γκέισας. Σωριάστηκε στο ντιβάνι και έκλαιγε μέχρι το ξημέρωμα.

            Έπρεπε να μάθω. Κρυφάκουσα έξω απ’την πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονιών μου και άκουσα. Πως η Μαργαρίτα βρέθηκε κρεμασμένη απ’το μεγαλύτερο δοκάρι της οροφής της καλύβας, το πρόσωπό της πρησμένο και μωβ. Πως τα μάτια της πετάχτηκαν έξω απ’τις κόγχες τους, πως η μάνα της τράβαγε τα μαλλιά της και χτυπούσε το στήθος της με τις μπουνιές της, πως καταριόταν το Θανάση, πως τον ήθελε νεκρό και μετά ήθελε τον εαυτό της νεκρό, πως οι χωριανοί την άρπαξαν και την πρόλαβαν πριν κόψει το λαιμό της με το μαχαίρι της κουζίνας. Και δύο μήνες αργότερα άκουσα από τη θεία Γεωργία πως οι γείτονες την άκουγαν να ορύεται κάθε μέρα και κάθε νύχτα έως ότου την βρήκαν νεκρή στο κρεβάτι της με μια φωτογραφία της Μαργαρίτας δίπλα της. Και πόσο πολύ προσπάθησαν να ξεκλειδώσουν τα δάχτυλά της και να απελευθερώσουν μια μαύρη ρόμπα που η Μαργαρίτα ετοίμαζε για τη γιορτή της μάνας της, αλλά δεν πρόλαβε να την τελειώσει.

            Η γκέισα έπεσε με το πρόσωπο στο γρασίδι, τα πόδια λυγισμένα στο σαγόνι της. Τη σηκώνω και τραβάω τα σκοινιά. Πρέπει να περπατήσει. Αλλά αυτή απλά λυγίζει και γονατίζει. Λυγίζει και γονατίζει. Είναι αυτά τα αναθεματισμένα σκοινιά. Τα τραβάω δυνατά έως ότου σπάσουν στη βάση του κεφαλιού, στα χέρια και τα γόνατα, σκίζοντας το ύφασμα εκεί. Και αυτά τα ανόητα πόδια! Ανασηκώνω τη φούστα της και προσπαθώ να ξεχωρίσω τα ξυλάκια εκεί, όμως έχουν κολλήσει για τα καλά. Πρέπει να περπατήσει. Ξαφνικά, τα πόδια σπάνε στα γόνατα. Πετάω το κάτω μέρος μακριά. Και τότε παρατηρώ την τεράστια ζώνη με το σάκο στην πλάτη. Ωραία! Πολύ καλύτερα χωρίς αυτή. Τόσο στενή γύρω της. Πάει κι αυτή. Να τη! Γυμνή, λευκή σα ρύζι, κρύα και κουτσή. Χαλασμένη.

*

©Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία