Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Τρία δοκίμια για τη νεοελληνική ιδεολογία

Εκδόσεις Πόλις

giannoulopoulos-bk11.2.17

Τον 19ο αιώνα ο “Νεοέλληνας” αντικατέστησε τον “Ρωμιό” και ταυτόχρονα εισήγαγε μια αδιευκρίνιστη απόσταση που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και τους αρχαίους Έλληνες. Και παρά το γεγονός ότι ο όρος έχει πλέον καθιερωθεί, θέτει έμμεσα το εξής ερώτημα που επιδέχεται διαφορετικές απαντήσεις: Γιατί και πώς συνδυάστηκαν τα δύο συνθετικά του, που το ένα παραπέμπει στην αλλαγή και το άλλο επικαλείται και υπερηφανεύεται για τη διάρκεια μιας αναλλοίωτης ελληνικότητας; Τα τρία δοκίμια γράφτηκαν με αφορμή την παράσταση του έργου της Μιμής Ντενίση “Μπουμπουλίνα” στο “Ακροπόλ”, τις ταινίες του Λάκη Παπαστάθη και το κείμενο που έγραψε γι’ αυτές ο Γιάννης Κιουρτσάκης· θα πρέπει να διαβαστούν σαν μια περιήγηση στις ιστορικές περιστάσεις και τις ιδεολογικές προϋποθέσεις που συντέλεσαν στη συγκρότηση της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας. Εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει άλλος λαός σε όλο τον κόσμο που να μιλάει τόσο πολύ για το παρελθόν του και ταυτόχρονα να αντιτίθεται σε κάθε προσπάθεια να διαβαστεί εκείνο ορθολογικά και, κυρίως, κριτικά. Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι ένα ζήτημα το οποίο μας αφορά όλους, είτε το έχουμε συνειδητοποιήσει είτε όχι.

Κριτικές – Παρουσιάσεις
©Χαράλαμπος Μαραβέλιας, Το «Ακροπόλ» ως Ακρόπολις, ©”The Athens Review of Books”, τχ. 81, Φεβρουάριος 2017

Αποσπάσματα: [...] Αφορμή για το σημαντικό βιβλίο που μας απασχολεί εδώ έδωσε στον Γιαννουλόπουλο μια θεατρική παράσταση της Μιμής Ντενίση -κόρη στρατηγού-, με τίτλο “Εγώ, η Λασκαρίνα”. Μια ιστορική παράσταση (δισσός ο λόγος). Η Μπουμπουλίνα στο Ακροπόλ” είναι ο τίτλος του σχετικού δοκιμίου. [...] Οι περισσότεροι τρέπονται στο μυθώδες, το εύπεπτο και το ευχάριστο. Αρκετοί ημέτεροι ιστορικοί ή ιστοριογραφούντες φαίνεται να νομίζουν ότι αφού ότι η ιστορία μας είναι δικιά μας, μπορούμε να την μεταχειριστούμε όπως θέλουμε. Ακόμη και να την αλλοιώσουμε σε βαθμό καρικατούρας. Έτσι όταν κάποιος αργότερα προσπαθήσει να αποκαταστήσει την αλήθεια, αγανακτούμε για την επιχειρούμενη “πλαστογράφηση της ιστορίας μας”. Άφθονα τα παραδείγματα.[...] Το σλαβικής προέλευσης τοπωνύμιο Βερβίτσα στην πελοποννησιακή Γορτυνία, κάτι δηλώνει. Αν το ψάξουμε όμως, υποσκάπτουμε την εθνική μας ταυτότητα. Μετονομάζουμε λοιπόν τη Βερβίτσα σε Τρόπαια, κοιτάζουμε εθνικώς καχύποπτα όποιον συνεχίζει να την ονομάζει τη Βερβίτσα Βερβίτσα, και έτσι (νομίζουμε ότι) λύνουμε το πρόβλημα. Ιδού γιατί η εθνολογία δεν ευδοκίμησε στο νεοελληνικό κράτος και το ρόλο της ανέλαβε η λαογραφία, “μια κατεξοχήν ιδιοτελής επιστήμη” κατά την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος. [...] Ο Γιαννουλόπουλος λοιπόν παρακολούθησε την παράσταση της κατά Ντενίση Μπουμπουλίνας, στο τέλος της οποίας δυο κυρίες κάποιας ηλικίας που κάθονταν δίπλα του, ενθουσιασμένες συνόψισαν τη μέθεξή τους στο έργο ως εξής: “Επιτέλους να μάθουμε την ιστορία μας!”. Κάπου έχει πει ο Ντύρενμαρ ότι “χωρίς την αφέλεια του θεατή δεν μπορεί να υπάρξει θέατρο”. Η σχέση του έργου με την ιστορία είναι προφανώς όση η σχέση του “Ακροπόλ” με την Ακρόπολη. Η ουσία είναι ότι άφησε ικανοποιημένο τον μέσο θεατή. [...] Ο λόγος στο Σεφέρη: “Η ελληνική πνευματική κληρονομιά είναι τόσο μεγάλη, που αλήθεια δεν ξέρει κανείς ποιους μπορεί να διαλέξει για να πραγματοποιήσει της βουλές της(…)και αυτό μόνο στην Ελλάδα μπορεί να γίνει” (σ. 95). Εύστοχα παρατηρεί ο Γιαννουλόπουλος ότι “ο Σεφέρης διατυπώνει τη σκέψη του με μια γλαφυρότητα που έμμεσα μας ωθεί να αποδεχθούμε το περιεχόμενό της(…) συχνά αποκαθιστά τα επιχειρήματα και το πραγματολογικό υλικό που οφείλει να προσκομίσει”. Για παράδειγμα ο Σεφέρης θεωρεί ότι το “Τολέδο” του Γκρέκο ανήκει στην ίδια σχολή (“ελληνικότητας”) με κάποιο φουρνάρικο που ζωγράφισε (ή μήπως ιστόρησε;) ο Θεόφιλος. και ο μεν αρμοδιότατος Νίκος Χατζηνικολάου έχει δείξει ότι ο Θεόφιλος ανήκει σ’ έναν κοινό χαρακτήρα των μορφών τέχνης τού σε μεγάλο βαθμό ενιαίου αγροτικού πολιτισμού της Βαλκανικής και της Μικρασίας του 18ου/19ου αι. υπό οθωμανική κυριαρχία. Όσο για τον Γκρέκο, προσωπικά αμφιβάλω αν οι καθ΄ημάς ανατολικορθόδοξοι θα έβαζαν στις εκκλησίες τους πρώιμα μοντέρνους πίνακές του. Στις εκκλησίες αρμόζουν εικόνες -όχι πίνακες. [...] Το βιβλίο του Γιώργου Γιαννουλόπουλου ανοίγει μονοπάτια έως του νυν απάτητα στον νεοελληνικό προβληματισμό για τους Νεοέλληνες, όπου κυρίαρχη τάση αποτελούσε και αποτελεί ο αυτοθαυμασμός και η συνεχόμενη μ’ αυτόν πανεθνική ικανοποίηση.[...]

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση