Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»

Σκοτεινές οι γυναίκες της Ελευσίνας προχωρούν προς το ναό του προφήτη. Κρατούν σπονδές, φορούν τα κατάμαυρα, λαδωμένα φορέματα και ανέχονται με υπομονή το σκληρό μεσημέρι. Στο βάθος ο μαύρος ήλιος της Μεσογείου που είναι θάνατος και ευθύνη μαζί. Καμιά τους δεν γελά, μόνο σκοτεινές, μαινάδες ενός άλλου καιρού οι γυναίκες ανέρχονται την αρχαία κλίμακα και στο βάθος ο προφήτης, γέρος και ειρηνικός, καθισμένος στον παχύ ίσκιο του πεύκου τους γνέφει να φτάσουν κοντά του. Εκείνες δίχως δισταγμό, τραβούν τη σκληρή τους πορεία. Σέρνουν τα σάβανα, σφιγμένα στόματα, απελπισμένα και όλα τούτα για τη μνήμη του αγίου. Κάθε τόσο θα πάψουν το δρόμο τους, γριές γυναίκες και η πιο γριά από εκείνες σχεδόν αρχαία, κοιτούν πέρα την Ελευσίνα με τις υψικάμινους, τις ξαφνικές εκρήξεις και τους Επτά Επί Θήβας θαμμένους κάτω από τα ψηλά, βιομηχανικά τάμπερ. Έπειτα κινούν πνιγμένες μες στην ευλαβική πρόκληση, έπειτα τα φορέματά τους ανεμίζουν μαύρα φτερά παραδομένα στα ρεύματα των υψομέτρων, εκείνες οι γυναίκες ποτέ δεν θα γυρίσουν στις κάμαρές τους. Τραβούν ευτυχισμένες έξω από τον κόσμο, στα υψώματα δεν έχει πια ζωή, μόνο το εύθυμο λείψανο του αγίου, ο βαθύς ίσκιος μες στο λιοπύρι, τα φρέσκα που μετρούν αιώνες και πέρα η πόλη με τους εργοστασιακούς ρυθμούς και τις βάρδιες. Εκείνες, οι γυναίκες θρηνητικές, δωρικές, σπασμένα γυαλιά τα βλέμματά τους, θα προχωρήσουν, φορτωμένες όλη την ελπίδα του κόσμου, όλους τους νεκρούς του κόσμου, τις υδρίες με τα νερά, ένα ετοιμοθάνατο κορίτσι που άλλη από τον άγιο δεν έχει ελπίδα και το φυσούν οι άνεμοι. Θα μπορούσε, ίσως να φανταστεί κανείς πως βαστούν την ψυχή του με τα δόντια τους εκείνες οι γυναίκες που μυρίζουν περιβόλι και λάδι, οι γυναίκες που χάνονται όπως οι σειρές των εκτελεσθέντων στην Καισαριανή, στην Κοκκινιά, στις πιο μεγάλες από τις λεωφόρους της πίστης που βαδίσαμε ως τώρα. Καμιά τους δεν μιλά. Για τα παιδιά που ταξιδεύουν σε ανύπαρκτους ισημερινούς, για τους άντρες που καίγονται αργά κάτω από τα πόδια του Αισχύλου, για τα παιδιά τους που εκτείνονται στον πικρό ορίζοντα του συνοικισμού δεν λεν τίποτε. Πνιγμένες μες στους υδραργύρους, οι γυναίκες αυτές επιδίδονται με όλη την ανθρωπιά και όλη τη θέρμη, στη θυσία και αργά, όπως τα βραδυνά νερά που βρέχουν τα κτήματα περνούν, κατάμαυρες στιγμές στις οριστικές γραμμές των οριζόντων. Και οι άντρες τους, σιωπηλοί μες στα καφενεία ή έξω στα κιγκλιδώματα, γυρεύοντας δουλειά, κίτρινα τα απογεύματα από τους καπνούς, κάτωχροι άνδρες, εξαντλημένοι. Μαρμαρυγές κασσίτερου και αρχαίες καμάρες και οι γυναίκες που θάβουν τώρα το μικρό κορίτσι και όλες μαζί θρηνούν, σκληρά σαν μαχαίρια τα πρόσωπά τους, σε λίγο θα γυμνάσουν τα πελώρια, μαύρα φτερά, σκόνη και χώματα γύρω από τις μορφές τους, αόρατες, εξεγερμένες γυναίκες. Κάτω εκρήξεις πάλι, στο ύψωμα, πλάι στον άγιο οι πιστοί, επτά στρατηγοί, μες στις μαρμάρινες πτυχώσεις τα πέτρινα κεφάλια των Ευαγγελιστών και οι Καρυάτιδες, τιμωρημένες να βαστούν τα επιστύλια και τις στοές, καθώς οι τελευταίοι Τρώες, οι άνθρωποι του Πριάμου που δεν έπεσαν, μόνο κάηκαν μαζί με τα τείχη, κρατώντας σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου. Έτσι, ώστε να καθηλώνει με την ευγλωττία του το περίφημο συντακτικό των σωμάτων και οι ανθρωπογεωγραφίες που φέρονται να μην συνιστούν παρά πρόσκαιρες ρωπογραφίες.

     Οι απογραφείς νεκροί. Μες στις πόλεις κανείς δεν θα αναρωτηθεί για τις γυναίκες πουλιά που πέφτουν με ορμή μες στις χαράδρες. Όλος ο τόπος μυρίζει στάρι και εκείνος που γνέφει από μια σαφή αλλά επικίνδυνη απόσταση νιώθει τη μυρωδιά του ροδιού, κόκκινα αίματα τόπους τόπους οι θυσίες και ο άγιος που δεν νοιάζεται πια για το μυστικό του χρόνου. Ο ίσκιος, πλατύς και ωραίος θα ανεχόταν και τις γυναίκες και τα παιδιά και τις θυσίες θα ανεχόταν, όμως τούτη την ώρα που όλα αρπάζουν κόκκινο, βαθύ χρώμα μες στο βάθος, οι εργάτες που αφαιρούν τα σκηνικά για τις νυχτερινές πράξεις, τ΄άγριο λεπίδι πάνω από τα κεφάλια μας, όπως μου είπε η Κατερίνα, σχοινιά τεντωμένα και φωνές και έπειτα το ξυπόλητο κορίτσι, τόσο θρυλικό και όμορφο μαζί, σκοτεινό φόρεμα και μάτια σκοτεινά, όλο κάρβουνο τα μάτια της. Οι γυναίκες σκαρφαλωμένες στο σώμα τη μέρας και ύστερα οι γυναίκες ένα κομμάτι από τη σπασμένη ζωή της εποχής, εκείνος με το σκούρο, πορφυρό λουλούδι στα δόντια, χώμα στα νύχια από τις ταφές, χώμα μες στα στόματα, μισογελά σαν ανάμνηση εκείνος και η φεύγουσα κόρη, σαν άλλη Ελευσίνα, δίχως χέρια, φίδια για μαλλιά, η φεύγουσα κόρη και η τεντωμένη φλέβα του λαιμού, οι λέξεις που δεν θα φτάσουν ποτέ στα στόματα, η χάλκινη λάμψη της μέρας που τελειώνει, κάτω η Ελευσίνα και τα ωραία χρώματα των εορταστικών χαρταετών. Η Ελευσίνα, πάντα η Ελευσίνα και ο άγιος και το θέρος που μαίνεται κάτω από τον ίσκιο, στη σιωπή της αυλής. Και η τεντωμένη φλέβα του λαιμού και η πεταλούδα για την οποία μας μίλησε ο Μίλτος, η μαύρη πεταλούδα και η θύμηση των ανήλικων κατασκηνωτών, καθώς φτάνουμε, στην ήπειρο, κάτω από τις ρωγμές του ουρανού. Ίσως αύριο να αγαπηθούμε ορμητικά. Μια σκιά, σαν ανθρώπου πάντα, η όψη του αγίου.
©Απόστολος Θηβαίος

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία