Ελένη Σαμπάνη, Η θεατρική μίμηση του χρόνου

sambani9.2.17

favicon

Η έννοια του χρόνου συντροφεύει την ανθρώπινη ύπαρξη όπως η αντίληψη που έχουμε για τα πράγματα. «Είμαστε καταδικασμένοι στο νόημα» διαβλέπει ο Merleau- Ponty στο Προοίμιο στην Φαινομενολογία της Αντίληψης[1], ενώ από τον λόγο της ποίησης «τα κερδισμένα χρόνια αρχίζουν από τότε που συνειδητοποιούμε πως είχαμε χαμένα χρόνια»[2] γράφει ο Τίτος Πατρίκιος και συμπυκώνει με τρόπο αναδραστικό την ποιοτικότητα του χρόνου μέσα στην ποσόστητα που χαρακτηρίζει το χώρο.

Για τον Μπερξόν ο χωροχρόνος και ο καθαρός χρόνος είναι δύο έννοιες διακριτές. Ο καθαρός χρόνος είναι αυτή η συνεχιζόμενη και διαρκής αίσθηση ροής που συνεπαίρνει τη συνείδηση μας, μια πρωτογενής εμπειρία έξω από την αυτό-αναφορικότητα μας στο χώρο. Από την άλλη, ο χωροχρόνος ενέχει την παρείσφρηση του χώρου στη συνείδηση και υπονοεί το σημείο ως μέσο αναφορικότητας. Το παρόν που τόσο πασχίζουμε να κατοικήσουμε έχει κυλήσει σα νερό, και τη στιγμή που το συνειδητοποιεί ο νους, έχει γίνει ήδη παρελθόν, αφήνοντας μας με άδεια χέρια. Πόσο αβάσταχτη μπορεί να είναι για την ύπαρξη όλη αυτή η αβεβαιότητα που συγκρατεί την εμπειρία; Ίσως να μπορεί να υπάρξει κάποια απαντητική υπόθεση γι’ αυτό.

Τόσο που να στραφεί στην επανάληψη. Ο χωροχρόνος στον οποίο αναφέρεται ο Μπερξόν μιλά για τις συμβάσεις, για τα επαναλαμβανόμενα εκείνα σημεία στο χρόνο που υποκρύπτουν την χωροποίηση. Πρόκειται για εν τέλει ψευδο-όρια, καθώς αναιρούνται από την ίδια την αντίληψη αυτού που τα κατασκεύασε (η διάρκεια της στιγμής, η διάρκεια της μέρας). Τα χρόνια, οι μήνες, οι ώρες και τα λεπτά είναι οργανώσεις που δεν αποδέχονται το απρόβλεπτο και δημιουργούν οριοθετήσεις. «Δεν αισθανόμαστε άνετα παρά μόνο μέσα στο ασυνεχές, στο ακίνητο, στο νεκρό»
[3] και οι συμφωνίες αυτές φαίνονται να μας παρέχουν μια κάποια ψευδαίσθηση ασφάλειας, κυριαρχίας και ελέγχου πάνω στα πράγματα, απέναντι στη μοναδική βεβαιότητα της εμπειρίας μας που κατέχει μόνον ο θάνατος. Μοιάζουνε να είναι σχεδόν σαν ψευδο-θάνατοι με το γόνιμο έδαφος των αδόκητων απωλειών-με ευρύτερη νοηματοδότηση- που προκύπτουν, σαν προετοιμασίες θανάτου. «Είμαι χρόνος κι είμαι μες στο χρόνο/Είμ’ ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια/Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο/Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου»
[4] γράφει ο Αργύρης Χιόνης αποτυπώνοντας έντεχνα αυτή ακριβώς τη συλλογιστική.

Αναλογιζόμενοι μια διαφορετική υπόθεση, σκεφτόμαστε ότι κατά τον Adorno «η ζωή που οργανώνεται απέναντι στο θάνατο θα ήταν θανάσιμη». Μια ζωή μπορεί να οργανωθεί με αυτόν τον στόχο όταν ενστερνιστεί την ειδική θεωρία της Σχετικότητας του Einstein: όσο πιο γρήγορα στο χώρο, τόσο πιο αργά στο χρόνο. Όταν η ύπαρξη τείνει να κινείται γρήγορα στο χώρο, φαίνεται να αγνοεί βασικά κομμάτια του νοήματος που δίνει και, τελικά, τείνει να χάνει την ουσία των πραγμάτων. Συμμετέχοντας, οι χρονικές συμβάσεις μετατοπίζουν την αντίληψη στην οριοθέτηση και κλονίζεται η επαφή με την αληθινή συνειδησιακή διάρκεια. Έτσι, δημιουργείται η ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι βρισκόμαστε λίγο πιο μακριά από το θάνατο, έχοντας χτίσει, όμως, μια θανάσιμη ζωή. Ας σκεφτούμε ως παράδειγμα μόνο την καθημερινότητα, όπου η σύγχρονη ζωή κινείται πιο γρήγορα από τον ίδιο τον άνθρωπο, με τον τελευταίο να πασχίζει να συμβαδίσει. Και με τα λόγια του Πατρίκιου «βιαζόμαστε να τα δούμε όλα χωρίς να εμβαθύνουμε»
[5]. Τοιουτοτρόπως, η ηλικία είναι και αυτή μια κατασκευή που μας τοποθετεί στο χώρο με σταθερή ταχύτητα διαστρεβλώνοντας την συνειδησιακή αντίληψη του χρόνου.

Η ποίηση, ούσα ποιότητα μέσα στο χώρο, μπορεί να μιλήσει καλύτερα για άλλες όμοιες της και εμείς δεν έχουμε παρά να δώσουμε τα νοήματα που επιθυμούμε:

«Πιάνω το χέρι σου/ και ξαναβρίσκω/ τ’ ανθρώπινο σχήμα μου.
Ξαναθυμάμαι τη σάρκα μου/ και χτίζω ένα σπίτι/
ξαναθυμάμαι το θάνατο/ και γεννάω παιδιά/
ξαναθυμάμαι την ηλικία μου/ κι ανοίγω έναν τάφο/
κι ύστερα κάθομαι/ κι ακούω, στον ήχο των βημάτων σου,/ το πέρασμα του χρόνου,/
κι ακούω, στο γέλιο των παιδιών,/ το σαρκασμό του χρόνου/
κι ακούω, κι ακούω…/
και περιμένω/ την ώρα που τ’ ανθρώπινο το σχήμα μου/
θα ξαναχάσω.»[6].


[1] Έρασμος, 1977
[2] Ο πειρασμός της νοσταλγίας, 2015
[3] Η δημιουργός εξέλιξη, 2005
[4] Τύποι Ήλων, 1978
[5] Ο πειρασμός της νοσταλγίας, 2015
[6] Αργύρης Χιόνης, Απόπειρες φωτός, 1966

©Ελένη Σαμπάνη
Το Δεύτερο Μέρος θα δημοσιευτεί Πέμπτη 9 Μαρτίου

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία