Νικήτας Καμπάνης, Ο πολίτης του ξύλου

kambanis6.2.17

fav-3

Ήταν όταν σ’αυτόν τον όρμο ξεμυτούσαν τα καλύβια
από τις ξύλινες πλευρές του σκαριού.
Τόσα που από το σκισμένο κοράκι μπορούσε
κανείς να δει. Κι’ όσο η απόσταση της κοντής αλυσίδας
επέτρεπε .
Κι αν δεν με τρόμαξε το γεμάτο προεξοχές ρόπαλο,
που έσπαζε στις κορυφές τις πλάτης, ήταν
ο φόβος μην ξαπλώσεις με τις μελανιές στων
μπουλμέδων τα δοκάρια.
Και ο πόνος σε αγρυπνά.
Και η αγρύπνια υποτάσσει κάθε θέληση αντίδρασης.
Περιορισμένος στα ξύλινα κύτοι του πλοίου,
φορώντας τα σκουριασμένα κοσμήματά του,
αντιλαμβάνομαι το βαρύτιμο χρέος του χαζού
εγχειρήματος.
Το μόνο που έχω, είναι να γευτώ από την ανάμνηση της γεύσης,
αυτού του καλοψημένου κλεψιμέικου πιώματος που αργοξεψυχά
στο στόμα μου.
Γαντζωμένος ξανά στην σχισμή. Την μοναχή απόδραση
του βλέμματος μου, Πέραν του σκοταδιού, κυρτώνει πάνω στα πλώριά το γεροναυκληράκι
με τα σχισμένα από τα σκαρφαλώματα ρούχα.
σηκώνοντας τις τελευταίες προμήθειες του σάλπου με το σκοινί
Και αφού τις ακουμπάει στην γωνία του καταστρώματος ,
Πέφτει το βλέμμα στην μεριά της λεηλατημένης
από το σαράκι κόγχης μου.
Χωρίς να το ξέρει , σαν να με κοιτάει ολόκληρο σιλουέτο,
συναινεί στην ιδιωτική άτυπη συνωμοσία μας.
Και σαν να χαμογέλασε μέσα από την γκριμάτσα του φόρτου του,
προστάζει για δύο.
«Δικό μας το σάλπο»
«Πάμε βορρά».

*

©Νικήτας Καμπάνης

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση