Ευσταθία Ματζαρίδου, Ντόνα

matzaridou1.2.17

favicon

[...]Περπατάει στο δρόμο και χαιρετάει τους πάντες, πιάνει κουβέντα με όλους, φίλους γνωστούς, μέσα στο κρύο, βγάζει το γάντι της, τους χαιρετάει με χειραψία και το ξαναβάζει. Πιο κάτω περνάει απ’ το ραφτάδικο του Κούρδου, είναι πελάτισσα χρόνων, με τόσες αγορές ρούχων χρειάζεται το ράφτη της, κάτι κοντέματα, κάτι μαζέματα, έτσι που αυξομειώνονται τα κιλά της, αναλόγως των φαρμάκων της δηλαδή. Υπάρχουν φάρμακα που την αδυνατίζουν, της κόβουν μαχαίρι την όρεξη, το Ladose είναι ένα τέτοιο φάρμακο, λέει, και της κόβει μαχαίρι την όρεξη και τότε, αν δεν είχε τον Ρέμο, το γάτο της που θέλει να την βλέπει να τρώει, για να αρχίζει κι αυτός το φαγητό του, θα είχε πεθάνει απ’ την αφαγία. Χάνει πολλά κιλά, κιλά χάνει κι όταν έχει τις περιόδους του εμετού, τότε είναι διαρκώς στην τουαλέτα, το στομάχι της δεν κρατάει τίποτα και τότε χάνει κιλά, μπορεί να χάσει και δέκα κιλά σε δύο μήνες, ε, και μετά ακολουθούν τα χάπια που της ανοίγουν την όρεξη, σε μισό χρόνο έχει ξαναπάρει τα κιλά που έχασε. Γι’ αυτό ο θείος τής είναι απαραίτητος, τον Κούρδο ράφτη τον προσφωνεί θείο, έτσι το ξέρει απ’ το χωριό της, τον άνθρωπο που νιώθεις οικεία, που του ανοίγεις την καρδιά σου, τον προσφωνείς έτσι, κι ας μην έχεις τον ελάχιστο βαθμό συγγένειας μ’ αυτόν, γιατί το «κύριος» τής είναι πολύ κρύο, όχι όχι, δεν μπορεί να του μιλάει στον πληθυντικό, δεν συμφωνεί με τη συνήθεια των Γερμανών να απευθύνονται στον πληθυντικό, παγώνει το μέσα της, λέει, οι Γερμανοί λένε, με το Du ξεχέζεις κάποιον πιο εύκολα, εννοώντας ότι έρχεσαι στα μαχαίρια μαζί του, ενώ το Sie κρατάει τη σχέση με τον άλλον σε ένα επίπεδο. Στο θείο, λοιπόν, λέει τα πάντα, όχι μόνο τις ώρες που την καρφιτσώνει ή προβάρει το επιδιορθωμένο ρούχο, αλλά να, με το που βγαίνει από το σπίτι, θα περάσει να τον χαιρετήσει και να τα πουν ένα χεράκι, αυτός την ακούει, αφήνει τη μηχανή ή τη βελόνα αντίστοιχα, σηκώνει το κεφάλι και κοιτώντας την πάνω απ’ τα γυαλιά του, της λέει, «Ντόνα, παιδί μου, είσαι πολύ καλή και ο κόσμος είναι πολύ κακός», τίποτε άλλο δεν θέλει να ακούσει, αυτή η κουβέντα είναι το φάρμακό της για μια βδομάδα, αν όχι για περισσότερο. Αν είχε, λέει, το θείο για παρέα, δεν θα έπαιρνε ούτε φάρμακα ούτε και θα χρειαζόταν τους ψυχολόγους, αυτός την καταλαβαίνει μόνο. Στο θείο μπορεί να ξεχαστεί και να μείνει και ώρες, και να χάσει και το ραντεβού της το προγραμματισμένο στο ταμείο ανεργίας ή στην ΑΟΚ ή και στην ψυχολόγο της, και μετά τους τηλεφωνεί και τους λέει, δεν μπόρεσα να ξυπνήσω, τα φάρμακα με παρέλυσαν. Ο θείος δεν της μιλά σήμερα, με σκυμμένο το κεφάλι, τη μεζούρα περασμένη στο λαιμό και τις καρφίτσες στο στόμα καρφιτσώνει και γαζώνει, αυτή πιάνει το νήμα της ζωής της ξανά και ξανά από το παρελθόν στο παρόν, μπρος πίσω και κάπου κάπου βγάζει αυτός τις καρφίτσες από το στόμα και επαναλαμβάνει τη μία και μοναδική πρόταση «Ντόνα, παιδί μου, είσαι πολύ καλή και ο κόσμος πολύ κακός», κι αυτή τότε δυναμώνει κι άλλο κι άλλο και δεν σταματά. Μόνο όταν ακούγεται το καμπανάκι της πόρτας σταματάει και τρέχει στην πόρτα να υποδεχτεί τον πελάτη σαν να είναι επί της υποδοχής των πελατών, σε λίγη ώρα έχει βάλει και τον πελάτη στην ιστορία της και κρέμεται κι αυτός απ’ τα χείλη της, προβάρεται, μπαινοβγαίνει στο δοκιμαστήριο και της λέει, «So schlimm!» φουσκώνει τότε απ’ την ικανοποίηση για την αναγνώριση του δράματός της. Με κάποιους τσακώνεται, όταν όχι μόνο δεν θέλουν να την ακούσουν, αλλά τα βάζουν και με την Ελλάδα, εκεί γίνεται θηρίο. Μπορεί να έχει χρόνια να πατήσει στην Ελλάδα, δεν θυμάται πια πόσα, μπορεί να βρίζει όλη μέρα τους Έλληνες, αλλά δεν θέλει κανένας άλλος να τους πιάνει στο στόμα του. Τις προάλλες τα έβαλε με το γερμανό υδραυλικό που ήρθε να επισκευάσει το καζανάκι της τουαλέτας στο μαγαζί, το καλοκαίρι έκανε, της είπε, μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και πέρασε κι απ’ την Αθήνα, και δεν του άρεσε καθόλου, ούτε και ο Παρθενώνας του άρεσε, μόνο ερείπια, γιατί δεν τον αναστηλώνουν, της είπε, έρχονται άνθρωποι από όλα τα μέρη της γης, για να δουν πέτρες μόνο, ενώ του άρεσε πολύ ο ναός της Εφέσου, αυτός μάλιστα, της είπε, είναι πολύ μεγάλος, κάθισαν όμως και τον αναστήλωσαν, οι Έλληνες θέλουν λεφτά και δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Η Ντόνα δεν πήγε ποτέ στην Ακρόπολη, αλλά πώς μπορεί ο κάθε αγράμματος γερμανός υδραυλικός να πιάνει στο στόμα του τον Παρθενώνα, αν ήταν ένας μορφωμένος, ένας αρχαιολόγος, ας πούμε, θα τον άκουγε με προσοχή, αλλά μ’ αυτόν άναψε ολόκληρη και τον έβρισε, και στο τέλος της είπε, έτσι είστε εσείς οι Έλληνες, ούτε να συζητάτε δεν μπορείτε, θέλω επιχειρήματα, όχι βρισιές, κι αυτή του είπε τότε «γαμήσου, γερμανικό γουρούνι!» έφυγε ο υδραυλικός και ο θείος άφησε τη ραπτομηχανή, την έβαλε να καθίσει και της έφερε νερό, και οι δυο συμφώνησαν ότι οι Γερμανοί είναι κατά βάθος φασιστικά γουρούνια και με κάθε ευκαιρία προσβάλλουν τους ξένους. Για όλα αυτά τον αγαπάει το θείο και επιπλέον γιατί είναι και χριστιανός, Κούρδος αλλά χριστιανός, αν και δεν τα έχει και τόσο καλά η Ντόνα με τα θεία και τους αγίους, η κοινή θρησκεία, έστω και στα χαρτιά,  κάνει τη σχέση της με το θείο ακόμη πιο δυνατή. Όταν πια ξεφουσκώσει και έχει αποβάλει όλο το βάρος της ψυχής της σ’ αυτό το μικρό ραφτάδικο, φεύγει για να προλάβει τη δουλειά της. Στο δρόμο θα σταματήσει και πάλι πολλές φορές για να πει με τον ένα ή τον άλλον γνωστό για τα απλά, για τα καθημερινά, για να τους ακούσει κιόλας, ναι, είναι και πολύ καλή ακροάτρια, θα τους παρηγορήσει, θα τους ενθαρρύνει, κάποιοι που έχουν χρόνο θα την καλέσουν και για έναν γρήγορο καφέ στο Bäckerei. Αυτό συμβαίνει συνήθως με τη Lea, την τραβεστί, αυτή ψάχνει πάντα κόσμο, για να την ακούσουν, γέρασε και παραμιλάει στο δρόμο, απ’ τα νιάτα της παραμιλούσε, αλλά όσο μεγαλώνει, μιλάει με τα ζώα, με τα πουλιά, με τα παγκάκια, ό,τι συναντάει μπροστά της είναι ο εν δυνάμει ακροατής της, οι άνθρωποι την αποφεύγουν, όχι όμως και η Ντόνα, αυτή παλιά την έντυνε κιόλας, όχι δεν της έδινε τα δικά της ρούχα, γιατί η Lea είναι ψηλή και λεπτή, ενώ η Ντόνα κοντή και στρουμπουλή, αλλά της αγόραζε καινούργια ρούχα, όχι ακριβά σαν τα δικά της, αλλά όχι και φτηνά, την έπαιρνε από το χέρι, όταν έβλεπε ότι φορούσε αποφόρια από Trödelmarkt, και την πήγαινε με το ζόρι στο Κarstadt, διάλεξε, της έλεγε και τα έβαζε στην κάρτα της. Μια χρονιά, όταν πήρε μαζεμένα τα χρήματά της από την απόλυσή της, της αγόρασε και μια περούκα της προκοπής, αυτή φοράει ακόμη, και ευτυχώς που φοράει περούκα, γιατί το πρόσωπό της γέμισε ρυτίδες, κρέμασε το δέρμα της γύρω απ’ το στόμα της σαν μουστάκι που μεγάλωσε ως το πιγούνι, αλλά η περούκα και το σβέλτο περπάτημά της την δείχνουν ακόμη νέα, δεν θα μπορούσε ποτέ η Ντόνα να είναι μέσα στο λούσο και η Lea δίπλα της μια ξεβρασμένη. Η Lea πάλι της χτυπάει το κουδούνι και της δίνει πάντα σπόρους για τον Τόνυ, τον παπαγάλο της και καρύδια, αυτή της δίνει ρούχα και η Lea καρύδια και σπόρους, απ’ αυτούς που ταΐζει στο πάρκο τα πουλιά και τα σκιουράκια. Τη μέρα της την περνάει ταΐζοντας σκιουράκια και πουλιά στο πάρκο και πιάνει κουβέντα μαζί τους και μετά κάθεται στο πάρκο και συνεχίζει την κουβέντα με το παγκάκι. Πού βρίσκει τόσους σπόρους και καρύδια η Lea που της περισσεύουν κιόλας και για τον Τόνυ, ποτέ δεν την ρώτησε, για να μην την προσβάλει. Πίνουν τον καφέ τους και μιλάει μόνο η Lea, όχι η Ντόνα δεν κλαίγεται στη Lea, κλαίγεται σ’ αυτούς που έχουν μια καλύτερη ζωή απ’ τη δική της, η Lea είναι ολομόναχη στη ζωή με μόνη παρέα τα ζώα του πάρκου και τα παγκάκια, μιλάει μόνη της στους δρόμους, καλημερίζει τους ανθρώπους γύρω της και κανένας δεν της αντιγυρίζει την καλημέρα, τις μοιράζει απλόχερα, αλλά πέφτουν κάτω, και στο σπίτι της –έχει σπίτι, αναρωτιέται καμιά φορά η Ντόνα, αν δεν την έβλεπε καθαρή και φρεσκοντυμένη, θα ήταν σίγουρη ότι μένει στο πάρκο ή σε καμιά γέφυρα–, μιλάει με τα έπιπλα, μόνο με τα έπιπλα. Την κερνάει τον καφέ η Ντόνα και της αγοράζει πάντα κι ένα ψωμί, διάλεξε, της λέει. Κι αυτή διαλέγει κάθε φορά και ένα άλλο Dinkelbrot ή Graubrot ή Pumpelnickel ή Giabattabrot, με τη σειρά, έτσι που η Ντόνα σκέφτεται ότι τρέφεται μόνο με ψωμί και θα ήθελε να της προτείνει να μπουν και στο διπλανό Metzgerei για σαλάμια και Wurst, αλλά δεν το κάνει, γιατί ξέρει πάλι ότι θα την προσβάλει, γιατί τη βλέπει που παίρνει φόρα και της λέει, «Dona, mein Schatz, schon genug!». «Tschüss, bis nächstes Μal, Liebe Lea». Αλλά χωρίζουν κάθε φορά σαν να είναι η τελευταία τους, σαν να μην υπάρχει άλλη, ξέρει καλά η κάθε μια πόσο λεπτή είναι η κλωστή της ζωής της.[...]

*

©Ευσταθία Ματζαρίδου -απόσπασμα διηγήματος

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία