Ολβία Παπαηλίου, Ξενοδοχείον «Κοιμητήριον των Άστρων» [2]

olvia25.1.17

fav_separator

Η μυρωδιά απ΄τις βιολέττες ήτανε ανεπαισθήτως αίσθηση επικρεμάμενη, μα αρκετή ώστε να παρεισφρήσει μέσα στα μπερδεμένα όνειρα του Αλισταίρ. Εδώ και χρόνια, ξυπνούσε κάπως δυσαρεστημένος: μικρά και μεγαλύτερα προβλήματα υγείας (φανταστικά, πραγματικά, και όλα τα ενδιάμεσα σχήματα και μεγέθη προβλημάτων) τον έκαναν άλλοτε ν’ αφυπνίζεται εκνευρισμένος, άλλοτε να μην αφυπνίζεται καθόλου – αφού δεν είχε καταφέρει ούτε καν να κοιμηθεί. Κάποιες φορές, ξυπνούσε από το ροχαλητό του (που όμως, ήταν σίγουρος ότι αποτελούσε ήχους από κάποιο ή πολλά σιφόνια που μπλοκάρανε – και έτσι τα ΄βαζε με τους ενοίκους του διπλανού σπιτιού ή, αν βρισκότανε σ’ ένα ξενοδοχείο, με τη διεύθυνση). Βεβαίως, όχι σε βαθμό υπερθετικό: μα όσο ήταν θετικά σιγουρεμένος για την προέλευση ή είτε για τη φύση των διάφορων θορύβων (κι αυτό ήτανε εύκολη υπόθεση – ο ήχος ήταν σιφονιού, γιατί ήταν επίμονος, και σταθερά κανονικός, και χτύπαγε καταμεσής στα νεύρα κάνοντας την κάθε πιθανότητα για ύπνο φυγαδεύσιμη, ώστε – ήταν σιφόνι χαλασμένο, και τί άλλο να ήταν, δηλαδή;) – όσο λοιπόν ήταν το θέμα σίγουρο, τόσο ο Αλισταίρ θα απαιτούσε (κρυφά όμως, και εσωτερικώς) μια κάποια έκπτωση στην τιμή διανυκτέρευσης, μόνο και μόνο για να μην το χρειαστεί να εκστομίσει τινά παράπονα και άλλες πίκρες πιο ξενοδοχοϋπαλληλικές. Ότι, ας πούμε – πως δεν μπορούσε πια να κάνει χρήση του ρουμ-σέρβις ζητώντας να του φέρουνε δυο αυγά Μπενεντίκτ για το απόδειπνο, ή ιρλανδέζικο καφέ με μια γερή δόση ουίσκυ, όπως το έπιναν οι αξιωματικοί εκείνου του στρατώνα στο Εννισκίλλεν. Είχε αναγκαστεί να κόψει τις λεπτών αισθήσεων πολυτέλειες του Είναι, να μετριάσει την αναπνοή του, να παίρνει λίγο χώρο παρακάτω από αυτόν που ένοιωθε πως ήτανε δικαιωματικά δικός του εκ γεννετής. Οι ερωμένες του κατά τη διάρκεια μιας εύθυμης ζωής, τον είχαν κακοκαλομεταχειριστεί, κι αυτό του έδινε δεκάδες άλλοθι ενάντια σε κάθε μεγαλοθυμία που θα μπορούσε θεωρητικά να επιδείξει: η ηλικία του τον είχε οπλίσει με τερτίπια κάποιας κοινής λογικής, που χρησιμοποιούσε ώστε να ακινητοποιήσει τον αντίπαλο (ξεχνώντας ότι ο κυρίως μας αντίπαλος είναι η αντανάκλασή μας στον καθρέφτη του ξυρίσματος). Πάντως, η μέρα που ξημέρωσε στο αμυδρά αρωματισμένο από τη μυρωδιά βιολέττας δωμάτιο μ’ αριθμό 503, ήταν μια μέρα-αποκάλυψη: είχε ανακλαδιστεί σαν ώριμο αιλουροειδές αρχαιοπρέπειας, και είχε νοιώσει όλα του τα μέλη να υπάρχουν: δέκα τα δάχτυλα ποδιών, δέκα τα δάχτυλα χεριών. Ένας λαιμός που έτεινε σε ελαφρύ προγούλι αρχοντιάς. Σβέρκo-πλάτη-και-μέση, μηροί και γλουτοί. Πόσον καιρό είχε ξεχάσει ότι υπήρχε σ’ ένα σώμα, που και αυτό αποτελούνταν από ύπαρξη;

«Χοπ-χοπ, γεροντοπαλικάρι μου», τραγούδησε μια υποψία σκέψης. Και έπειτα, ο αειθαλής Αλισταίρ Τόμας, ένοιωσε την ανάγκη του χλιαρού νερού. Η ώρα ήταν μόλις εξαιρέτως πρωινή – και σκέφτηκε ο Αλισταίρ ότι το πρωινό πουλί θα φάει το σκουλήκι, και κάρπε ντίεμ, κι άλλα τέτοια ευημερούντα. Όσο δε, πάσχιζε να κανονικοποιήσει τη φευγαλέα θερμοκρασία του νερού (τέτοιες ντουσιέρες, πρόβλημα φυσικομαθηματικό, εκτός τοποθεσίας γνώσεων ενός μέσου ανθρώπου), άρχισε να θυμάται παλαιότερες συνθήκες όπου το πρωινό καλούσε για μια άμεση απόσβεση νυχτερινών χρεών: όταν, ας πούμε – είχε βρεθεί με τη βοηθό του υφηγήτρια, εκείνη την αρκούντως ελευθέρια κι αιθέρια ύπαρξη με το όνομα Έρικα. Έρικα, όπως τα φυτά των άγριων βλαστήσεων σε μωβ εκτάσεις ορεινές – το πλάσμα ρείκι. Η Έρικα, με τα μαλλιά χυτά στο μαξιλάρι και με τις μωβ σκιές στα μάτια (που θα ξερνούσανε πανσέδες σε σεντόνια και προσόψια). Η Έρικα με τα μακριά της πόδια τυλιγμένα στο λαιμό του, σε μια αρχαία εκδρομή στο όρος Κάρμηλο (υπήρχε κάπου μια φωτογραφία, πού να είναι;). Η Έρικα που φρόντιζε για σημειώσεις, κρατήσεις θέσεων, κατάλληλα παπούτσια και γυαλιά για την περίσταση που έπρεπε να χρησιμοποιήσουνε διαφάνειες σε κάποια παρουσίαση. Η Έρικα του πρωινού σεξ «Για να αρχίσει αυτή η μέρα νικηφόρα», όπως του έλεγε με ύφος τακτικά υποχρεωτικό. Η μικρόψυχη Έρικα, που έδινε επειδή ήθελε να του πάρει το μεδούλι του. Δεν της συγχώρεσε ποτέ αυτή την αλλαγή της από  Έρικα της νύχτας (λίγο διστακτική, δεν της αρέσει το σκοτάδι – αλλά κυρίως δεν της αρέσει «να τη βλέπουν»). Η Έρικα της μέρας, ειδικά του πρωινού: ένα θηρίο διεκπεραίωσης συνοπτικής διαδικασίας, μια γραμματέας φαρισαϊκή έρποντων πόθων, στόμα εξουσίας και κινήσεις λεπτεπίλεπτες. Της ζήλευε το είδος του βαδίσματος που είχε, και που κάπως την έκανε να μοιάζει με βαρύτιμο στιλέτο που ανοίγει σα βεντάλια: αργά και υπνωτικά, σε σλόου μόσιον η κάμα ξεδιπλώνεται ώσπου να ακουστεί το κλικ από το άλλο της τακούνι. Στον κεντρικό ρόλο της κάμας, να πρωταγωνιστούν οι δυο της γάμπες. Όταν μία γυναίκα διαθέτει αρμονία νωχελικότητας, αυτό αναγνωρίζεται σαν αρμονία νωχελικότητας. Όταν όμως εκείνος έδινε στον εαυτό του κάποια άδεια για να κινηθεί με τρόπο πιο αργό από το συνήθη του ρυθμό (κάποιας σχεδόν απόλυτης παράνοιας), έμοιαζε με καράβι που μπατάρει εν μέσω μικρής λίμνης: το θέαμά του  (όπως ο ίδιος δηλαδή το εννοούσε) να αυτορυμουλκείται από κάθισμα σε κάθισμα στα διάφορα συνέδρια, του έφερνε τσούξιμο από εκνευρισμό στα δυο του μάτια. Ακόμα και τώρα, που έχει πια την ηλικία του σαν άλλοθι δοξαστικό για κάθε του αργοπορία, και πάλι νοιώθει σε επίπεδο σωματικό πολύ ογκώδης, ώστε να του επιτραπεί εσωτερικά το να χασομερά μέσα στο χώρο ατιμώρητα. Έτσι συμβαίνει τώρα πια, οφείλει και να το παραδεχτεί: η κάθε σκέψη, τον φέρνει πιο κοντά στο αντικείμενο του πόθου του, κι αυτό, είναι μονάχα αυτός ο ίδιος. «Η Έρικα, απλά μια αφορμή για ενδοσκόπηση, παλιόφιλε»: έχει μια τέτοια αίσθηση σ’ επίπεδο προ-γλωσσικό, ενώ ταυτόχρονα ξιστρίζει τα υπολείμματα του ύπνου απ΄το δέρμα του και σκέφτεται τη φράση: «ο ύπνος θα γλιστρούσε από πάνω του, σαν το φιδοπουκάμισο στον πορτοκαλεώνα».

*
Διαβάστε επίσης:
Ξενοδοχείον «Κοιμητήριον των Άστρων» [1]

©Ολβία Παπαηλίου
To 3o Mέρος θα δημοσιευτεί Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία