Ασημίνα Λαμπράκου, Το κίτρινο της μνήμης

lambrakou23.1.17

fav_separator

ΚΙ ΙΔΟΥ, εισερχομένου του παιδός εις την υπό του ναΐσκου σκέπην, φως εκοιμήθη εις το στέρνον της μητρός αυτού ακουμπισμένης ελαφρώς εις τον δροσερόν του πατρικού κοιτώνα. Ευθύς αι παρευρισκόμεναι γραίαι ήρχισαν ψιθυρίζουσαι δεήσεις με την απαιτούμενη ευλάβειαν.

ΑΠΟ την άλλην, ο παις ξεθαρρεύων στο μισοσκόταδο του ναού κι αφού εσχημάτισε το σημάδι του σταυρού εις το ύψος του προσώπου του, γονατίσας προ της εικόνος της Παναγίας της Καμαριώτισας, απόθεσε τον κάλαθον πλήρη ταιριαστών εις την περίστασιν δώρων, έλαιον, πρόσφορο, οίνον, σκεπασμένο με το λινό ασπροκέντημα της μητρός του, εις το μάρμαρον έμπροσθεν της Ωραίας Πύλης.

Ο παπαΓιάννης καθ’ ην ώραν ο μικρός εδοκίμαζε τα θάρρη του, ελειτούργει εν πρόσφορον εις την μνήμην του πατρός του. Αντιληφθείς την παρουσίαν του παιδός, ολοκλήρωσεν εν τάχει τη λειτουργία κι έστρεψε την προσοχήν του εις αυτόν. Το μικρό αγόρι αφού έκαμε όσα το είχαν ορμηνεύσει, άπλωσε τον βραχίονά του προς τον ιερέα κι άνοιξε την χούφτα του. Εκράτει εν μικρό χαρτάκι πολλά διπλωμένο. Ο παππάς έλαβε ό,τι του εζητήθη από το αγόρι τείνοντας την προσοχή του εις τους οφθαλμούς του παιδός. Κάτι εις αυτούς τον έκανε να αναρριγήσει άθελα. Ήνοιξε το χαρτάκι.

Ο άνεμος, δαρμένος από το κύμα, ξαρμύριζε εις τον ασβεστωμένο της εκκλησούλας τοίχον, που από το ένα μέρος την κοίταγε το πέλαγο και το άλλο βράχοι κυρτοί αλατισμένοι και κούφιοι. Στόματα θα έλεγες. Φωλιές για πουλιά ξενιτεμένα κι ανθρώπους πουλιά.

” Γιάννη, …φύλαε τον γιό σου.”

ΤΟ σκυλί στην εξώθυρα της εκκλησίας οσμίστηκε τον αέρα. Ένας γκιώνης ξεχασμένος εις το δεσπόζον της αυλής πεύκον, αναφτερούγισε δίχως να πετάξει κι ολίγος χλιαρός άνεμος που επέρασε την χαραμάδα όπισθεν της εικόνος, μύρισε λιβάνι.

ΜΗΔΕ ψίθυρος μιλιάς μηδέ και ψίθυρος του ολίγιστου των πνευμόνων της αέρα. Καμία κίνησις βλεφάρων, ούτε άκρων. Μόνο έγειρε ησύχως την κεφαλήν εις τα μαξιλάρια και εκοιμήθη. Αι γραίαι εσώπασαν τας προσευχάς των και όποιος τας παρετήρει εκείνην τη στιγμήν, μπορούσε να ιδεί την ανακούφισιν εις τα προσωπά των. Ο δρεπανηφόρος εξερχόμενος της οικίας, ουδεμίαν αυτών εκράτει εις τας χείρας του. Λίγο τόχεις; Παρέμειναν ωστόσο με τας κεφαλάς γερτάς και τα πρόσωπά των σκεπασμένα την απαραίτητη της στιγμής θλίψη, ήσυχαι σε κρυφή συνεννόηση μεταξύ των.

ΤΟ δωμάτιο άδειασε ._

*

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο©Στράτος Φουντούλης 

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, πεζοποιήματα