Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Το χρέος

sotirellos19.1.17
favicon

Κατέβηκε τα φαγωμένα σκαλιά της παλιάς πολυκατοικίας και κατευθύνθηκε στο υπόγειο διαμέρισμα. Ο Ρήγας- όπως κάθε πρωινό Δευτέρας- μετρούσε τις εισπράξεις του Σαββατοκύριακου και σημείωνε στο μπακαλοτέφτερο το ισοζύγιο. Υποδέχτηκε τον άγνωστο με ένα βλέμμα συγκρατημένης καχυποψίας καθώς αυτός βολευόταν ανέκφραστος στην καρέκλα απέναντι  βγάζοντας από την εσωτερική τσέπη της κάπας έναν πάκο χαρτονομισμάτα των πενήντα ευρώ δεμένο με λεπτό σπάγκο.

«Σε τι απόδοση δίνεις το διπλό της Tranmere μέσα στο Stanford Bridge;»

Τον ρώτησε. Εκείνος έμεινε ασάλευτος στην καρέκλα του κεντρίζοντας τον με την ίριδα.

«Ποιος σε στέλνει;»

«Δεν σου γεμίζω το μάτι;»

«Όχι! Περισσότερο για μπάτσος μου κάνεις. Θα μου πεις λοιπόν ποιος σε στέλνει;»

«Ο Νάσος, ο ναυτικός»

«Ωραία, τώρα μιλάς όμορφα»

Συγκατένευσε.

«Δεν μου απάντησες όμως»

Επέμεινε ο άντρας τοποθετώντας απαλά τον πάκο πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού.

«Είσαι διατεθειμένος να ποντάρεις τόσα λεφτά στους γιδοβοσκούς;»

«Εσύ είσαι διατεθειμένος να με πληρώσεις αν κερδίσω;»

«Όποιον πελάτη μου και να ρωτήσεις θα σου πει ότι πληρώνω πάντα μέχρι τελευταίας δεκάρας!»

Ύψωσε αναπάντεχα τη φωνή του σαν να ήθελε να διαλύσει και την τελευταία υπόνοια, που τόλμησε ν’ αφήσει, για την εντιμότητα του.

«Ηρέμησε. Γι ‘αυτό ήρθα σε σένα. Χίλια ευρώ στο διπλό της Tranmere , αλλά όχι στεγνό, το θέλω παρολί με ισοπαλία στο Anfield και νίκη της Τορίνο στη Ρώμη. Σύνολο;»

«Μισό εκατομμύριο, σε τρεις ισόποσες δόσεις, αποπληρωμένες μέχρι τον Μάρτιο»

Του απάντησε μετά από μια μικρή αμφιταλάντευση. Ο άγνωστος έσπρωξε τον πάκο μπροστά, σηκώθηκε, έτεινε την παλάμη και περίμενε τη ροζιασμένη περγαμηνή να κλείσει μέσα της. Αυτή και ο λόγος του ήταν τα συμβόλαια με τους πελάτες του τόσα χρόνια, μόνο που τη δεδομένη στιγμή μόνο ο ίδιος γνώριζε το ρίσκο που ετοιμαζόταν να πάρει.

Η Χριστουγεννιάτικη Δευτέρα στην πλατεία Μεσολογγίου ξημέρωσε αναπάντεχα ζεστή και ηλιόλουστη. Και αυτό δεν ήταν το μόνο αφύσικο γεγονός εκείνης της ημέρας. Κανείς δεν θυμόταν το γραφείο του Ρήγα κλειστό την πρώτη μέρα της εβδομάδας. Πόσω μάλλον οι μαθουσάλες της γειτονιάς που είχαν συνηθίσει τα τελευταία τριάντα χρόνια να κάνουν στάση για μια καλημέρα ή την είσπραξη των οφειλομένων από τον κυριακάτικο τζόγο. Οι κουβέντες στο καφενείο περιστράφηκαν γύρω από τη μυστηριώδη εξαφάνιση του και, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, οι φήμες φούντωσαν. Έφαγε τα λεφτά των πελατών του και κλέφτηκε με την Αλβανίδα κόρη του φούρναρη είπαν κάποιοι, αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος να ξεπλύνει τις αμαρτίες του γνωμάτευσαν άλλοι, τον μάζεψαν οι μπάτσοι (που μια χαρά πελάτες τους είχε τόσα χρόνια βέβαια και πάντα κάτιτις τους έδινε για να σφυρίζουν κλέφτηκα)…Ο άγνωστος άντρας με τη δερμάτινη κάπα καθόταν σκυθρωπός σε μια γωνία νιώθοντας τη λαβή του περιστρόφου να γαργαλάει το υπογάστριο του. Πέρασε για δέκατη φορά, καθώς σουρούπωνε, από το διαμέρισμα αποχωρώντας ξανά άπραγος. Το γραφείο δεν άνοιξε ούτε τις επόμενες μέρες, ο Ρήγας παρέμενε άφαντος, συγγενείς δεν είχε  να ενδιαφερθούν για την τύχη του, αν και κανείς δεν ανησυχούσε περισσότερο γι΄αυτήν από τον άντρα που είχε σχεδόν στρατοπεδεύσει στην πλατεία τροφοδοτώντας τα κουτσομπολιά και τους ψιθύρους. Μια εβδομάδα αργότερα οι ένοικοι της πολυκατοικίας παραπονέθηκαν στην αστυνομία για την έντονη δυσοσμία που είχε καλύψει τον φωταγωγό. Όταν έσπασαν την πόρτα τον βρήκαν κρεμασμένο από τον ετοιμόρροπο πολυέλαιο του καθιστικού (στην αναφορά τους απόρησαν πως κατάφερε να τον συγκρατήσει). Η είδηση δεν έφτασε ούτε μέχρι τα μονόστηλα, αντιθέτως το πρόσωπο του μυστηριώδη άντρα έγινε, λίγες μέρες αργότερα, πρωτοσέλιδο. Μετά το μακελειό με τους δώδεκα νεκρούς στην αίθουσα πλειστηριασμών της Ευελπίδων…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία