Ιφιγένεια Σιαφάκα: Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Ακατονόμαστες εξομολογήσεις

Διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας, Οξύ, 2007

ifigeneia12.1.17

σύνθεση από το εξώφυλλο του βιβλίου

fav_separator
Δώδεκα ιστορίες τρόμου, που εκτυλίσσονται την εποχή ακμής της γοτθικής λογοτεχνίας, στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού, με φόντο κυρίως τη βικτοριανή Αγγλία και τα Καρπάθια, συνιστούν τη συλλογή του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη, Ακατονόμαστες εξομολογήσεις. Ο Παπαδάκης, με αφορμή τις παρούσες ιστορίες, σχολιάζει το δέος έναντι αυτού που το ανθρώπινο μυαλό δεν είναι ικανό να ερμηνεύσει είτε να συλλάβει, και τα παρεπόμενα υπαρξιακά ερωτήματα, που γέννησαν στο παρελθόν μύθους και θρύλους, για να περιγράψουν, να συμβολοποιήσουν και να εξωραΐσουν τον τρόμο απέναντι στο άγνωστο.

Ο συγγραφέας χειρίζεται τα συμβάντα των ιστοριών του με τρόπο αληθοφανή, ξεκινώντας μεν από το πραγματικό, αλλά εφευρίσκοντας εν συνεχεία εκείνο το ανοίκειο συμβάν που αναστατώνει την πραγματικότητα και δημιουργεί ένα δεύτερο επίπεδο σύλληψης του κόσμου, τον υπερφυσικό, που τον διαχωρίζει άλλωστε και από αυτόν της επιστημονικής φαντασίας. Επιπλέον, ο Παπαδάκης αφήνει ανοιχτό το υπερφυσικό στοιχείο ως προς το ερώτημα της φαντασιακής του γένεσης από ήρωες τρελούς, ψυχικά διαταραγμένους ή απλώς πρόσωπα ευρισκόμενα σε μειονεκτική θέση λόγω ενός στιγμιαίου πανικού ή σοκ, ώστε να συλλάβουν την εξωτερική πραγματικότητα.

[…] Μα ακόμα κι αν η υγιής φαντασία είναι για μερικούς το σπέρμα της αυριανής λογικής, ένα δύσβατο μονοπάτι για να προσεγγίσουν μέρος αυτού που ονομάζουν Θεό, γι’ άλλους ανοίγει έναν διαφορετικό δρόμο. Εκεί που η φαντασία γιγαντώνεται, εκεί που οι συνθήκες καταρρέουν και που η όποια λογική μεταμορφώνεται σε μέρος ενός πονηρού παιχνιδιού, όπου κανένας πλούτος δεν ικανοποιεί τον άνθρωπο, η αρετή χάνεται και το ποιητικό όραμα της μετα-πραγματικότητας γίνεται μια επιπλέον διάσταση για την ανθρώπινη νόηση […] (Tο πηγάδι των επιθυμιών)

Αναφερόμενος στο υπερφυσικό στοιχείο, κοινό τόπο όχι μόνον στη φανταστική λογοτεχνία αλλά και σε κλασικά ρεαλιστικά έργα, ο Παπαδάκης γράφει: «H χρήση του υπερφυσικού στους κλασικούς είναι μέσον για κάποιον πιο “ευγενή σκοπό”. Εξυπηρετεί την αφηγηματική πλοκή του έργου και δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι σαφές ότι στη φανταστική λογοτεχνία, όταν μιλάμε για τρόμο, εννοούμε το υπερφυσικό στοιχείο, το οποίο παρεισφρέει στον πραγματικό κόσμο και προκαλεί ανατροπές. Το υπερφυσικό στοιχείο μπορεί να προκύπτει είτε από υλικές οντότητες, όπως, για παράδειγμα, στη Μυθολογία Κθούλου του Λάβκραφτ (1890-1937) ή στον Δράκουλα του Στόουκερ (1847-1912), είτε από φαντάσματα και άλλες αλλόκοτες, άυλες εκφάνσεις του υπερφυσικού, που δρουν υπαινικτικά και προκαλούν τρόμο».[1]

Επιπλέον, για να αποφευχθεί ο γέλωτας ή η περιφρόνηση του αναγνώστη απέναντι στο υπερφυσικό, οι ήρωες (μοναχικοί, παρακμιακοί, στο μεταίχμιο του περιθωρίου) τον διαβεβαιώνουν ότι όντως οι ίδιοι είναι λογικοί και ότι βίωσαν ένα απίστευτο, πράγματι και για τους ίδιους, υπερφυσικό φαινόμενο, που είναι άξιο να το εξομολογηθούν. Ο συγγραφέας σημειώνει: «H ατμόσφαιρα τρόμου, η υποβλητικότητα, η ανάγκη άρσης της δυσπιστίας του αναγνώστη απέναντι στο υπερφυσικό, η ίδια η αγωνία για τις αναπάντεχες ανατροπές της πλοκής και, το σπουδαιότερο, το έξυπνο τέλος με το πιθανό ευφυές υπονοούμενο, το καθιστούν εγχείρημα για λίγους τεχνίτες της γραφής».[2] Και πράγματι ο Παπαδάκης το επιτυγχάνει. Η πρωτοπρόσωπη, άλλωστε, αφήγηση, όπως χρησιμοποιείται και από τους Πόε και Λόβκραφτ, δεν λειτουργεί μόνον προς όφελος της αμεσότητας και της ανάπτυξης μίας οικείας προσωπικής σχέσης με τον αναγνώστη αλλά και προς όφελος της αληθοφάνειας διά μέσου ενός διπλού παιχνιδιού που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ανάμεσα στο μέσα και το έξω (εσωτερικό μονόλογο-εξομολόγηση, αυτοκριτική-περιγραφή εξωπραγματικών συμβάντων), που διασφαλίζει τα αφηγηματικά όρια των τρομακτικών αφηγήσεων, προκειμένου να λειτουργήσουν υπέρ της ταύτισης του αναγνώστη.

Ο λόγος διακρίνεται για τη σαφήνεια, τη ροή και το γλαφυρό του ύφος, ενώ οι ιστορίες για την πρωτοτυπία τους, τη λεπτότητα της περιγραφής, την έντονη δράση και πλοκή– χαρακτηριστικό γνώρισμα, άλλωστε, του είδους– και την κινηματογραφική ταχύτητά τους. Εκτυλίσσονται σε υποβλητικές ατμόσφαιρες (ομιχλώδεις, σε σκοτάδι ή ημίφως), οι οποίες προετοιμάζουν το σκηνικό για να επενδυθεί, εν συνεχεία, από τις έντονες ψυχολογικές και σωματικές αντιδράσεις των ηρώων (ρίγη, ιλίγγους, παραισθήσεις, αϋπνίες, πόνους, ακινησία κ.λπ.).

[…] O θόρυβος απ’ τις αστραπές δεν είχε ακόμη κοπάσει κι η βροχή με είχε ποτίσει ολόκληρο. Σαν όαση μου φάνηκε το παλιό αρχοντικό σπίτι μέσα στο μαύρο δάσος, διώροφο μα και αποκρουστικό, μοιάζοντας σα νυχτόβιο πτηνό, ακίνητο και ξεχασμένο σ’ ένα μακρύ κλαδί βελανιδιάς. […] (O καταχθόνιος γέρος)

[…] Κι όταν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου έριχναν το βλέμμα τους απ’ τα μισοσαπισμένα παράθυρα στην ελεεινή μου κάμαρα, σ’ εκείνο το άθλιο υπόγειο στις βόρειες φτωχογειτονιές της Βοστόνης, μου θύμιζαν ότι είχα να αντιμετωπίσω πάλι μια μέρα […] Στην άλλη άκρη τους βλέπω όλους, τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τον παππού μου, σαν ξεθωριασμένες οπτασίες να με καλούν με τα χέρια απλωμένα, με μια απόγνωση βουβή, χωρίς φωνή, χωρίς μια ικμάδα ελπιδοφόρου μέλλοντος. Και τότε ξυπνώ λουσμένος στον ιδρώτα και προσπαθώ να ξανακοιμηθώ, μα του κάκου, δεν μπορώ. […] Φαντάζομαι τους προβληματισμούς σας, για την κατάστασή μου, καθώς θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Ίσως κιόλας να έχετε σχηματίσει μια εικόνα για τη νοητική μου κατάσταση. Μα όχι, δεν έχω αρχίσει να τρελαίνομαι, απλώς να, τελευταία η κούραση και η απόγνωση με έχουν καταβάλει λίγο περισσότερο. Τις νύχτες προτού κοιμηθώ ή, καλύτερα, προτού προσπαθήσω να κοιμηθώ, νιώθω να με παρακολουθούν. Ζωντανές σκιές! Nαι, ζωντανές σκιές παραφυλούν πίσω απ’ τις παχιές κουρτίνες και με κατατρέχουν. Όχι, όχι, σας λέω, δεν είμαι πιωμένος συνέχεια, άλλωστε τις βλέπω να περπατούν (Έκτακτο παράρτημα)

Ο ίδιος ο Παπαδάκης, άλλωστε, αναφέρει: «H μεγάλη τέχνη στο διήγημα του τρόμου είναι η κατάλληλη ατμόσφαιρα που θα δημιουργήσει ο συγγραφέας, έτσι ώστε να μπορέσει να επηρεάσει την ψυχολογία του αναγνώστη, μεταφέροντάς τον στον τόπο της εξιστόρησης, και ο τρόμος που θα του προκαλέσει, ο οποίος είναι το αποτέλεσμα των έντεχνων εναλλαγών στην αφήγηση, των υπαινικτικών περιγραφών και των αναπάντεχων εξελίξεων. Η αηδία που προκαλείται από ωμές περιγραφές, κυρίως σύγχρονων συγγραφέων, και η πλήρως ρεαλιστική αναπαράσταση βίαιων ή και αποκρουστικών σκηνών, τις περισσότερες φορές προκαλούν περισσότερο αποστροφή παρά οτιδήποτε άλλο».[3]

Ο συγγραφέας έχοντας θεωρητική κατάρτιση στη λογοτεχνία του φανταστικού, επιτυγχάνει να περάσει στις Ακατονόμαστες εξομολογήσεις και στην πράξη τη γνώση που προέρχεται από την επαφή του με το είδος. Τα αφηγήματά του γεμάτα φαντασία, παλμό και ζωντάνια είναι βέβαιο ότι θα κρατήσουν σε εγρήγορση τον αναγνώστη και θα αποζημιώσουν τους λάτρεις του είδους της λογοτεχνίας του φανταστικού.


[1]Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Οι δρόμοι του φανταστικού, θεωρητικές προσεγγίσεις, απόψεις και διηγήματα, Οξύ, Αθήνα 2007, σ. 72
[1] Ό.π., σ. 83  
[1] Ό.π., σ. 83

©Ιφιγένεια Σιαφάκα

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση