Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Aka Almaisa

thiveos10.1.17

Αmedeo Modigliani: Γυμνό στον καναπέ (Almaisa). 1916.

favicon

γλιστρούν τα όνειρα στον ύπνο
όπως τα τρένα στο σταθμό
και στην ανάσα σου γυρεύω
κάποιο αρχαίο σκηνικό
Τ. Σαμαρτζής

Η Αλμαϊσά γεννήθηκε στην Τεχεράνη. Είχε φωνή σαν των θεών και έτσι ταξίδεψε σ΄όλο τον κόσμο.

Η Αλμαϊσά τραγουδά όπως τ΄αηδόνια, η Αλμαϊσά, λένε ανήκει σ΄άλλον κόσμο.

Όταν ήρθε το καθεστώς με τις φωνές , τα λάβαρα, τ΄απόκρημνα βράδια του, η Αλμαϊσά φυλακίστηκε. Τιμωρήθηκε σκληρά στα κτίρια της κρατικής ασφάλειας όπως τόσοι και τόσοι.

Της δόθηκε χάρη. Λένε παρενέβη κάποιος εραστής που τώρα μεγαλουργεί στη νέα τάξη και έτσι σώθηκε.

Κάπως έτσι της στέρησαν για πάντα την Τεχεράνη. Διέσχισε τ΄απέραντα μίλια όπως τόσοι και τόσοι.. Έζησε στα πλοία, γατζωμένη στην πλώρη, χαράζοντας μπάρκα. Την έπνιξαν οι άνεμοι και η ανάσα του νερού. Κάποτε την κέρδισε το ρεύμα του καιρού. Νοίκιασε ένα βρώμικο δωμάτιο στο ξενοδοχείο “Άδωνις.” Έμενε ανοιχτό ως το ξημέρωμα. Μ΄ένα εκτυφλωτικό, κόκκινο φως , με ταξιδιώτες και εραστές και απόκληρους και μη όντα πετούσε στην ιστορία.

Την πρώτη νύχτα η κρυστάλλινη Αλμαϊσά έμεινε τρομαγμένη στην φθαρμένη πολυθρόνα. Ξέρει πως χάθηκε για πάντα η φωνή της. Ξέρει πως αν δοκιμάσει να ψιθυρίσει το τραγούδι των πουλιών, η σπασμένη της καρδιά θα την προδώσει. Αργά που χάνει την ψυχή της η Αλμαϊσά, αργά που γέρνουν στους πρώτους ύπνους τους οι εσπερίδες.

Η Αλμαϊσά μετρά σε τούτο τον τόπο δυο δεκαετίες. Πουλιέται και αγοράζεται μπροστά στα μάτια του αρχαίου της βασιλιά. Την παίζουν στα ζάρια. Τα. ξημερώματα την παρατούν στις προκυμαίες, παίζουν τα φώτα τους τα πλοία και μια ολόκληρη εποχή έχει πια τελειώσει στα πόδια της. Έπειτα ο Άδωνις, οι τρομερές μοτοσικλέτες που όλοι οι ποιητές ανεξαιρέτως τόσο αγάπησαν, το κόκκινο φως, οι γραφές, οι εραστές. Ξέχασε πια και εκείνο το τραγούδι που εκμυστηρευόταν στον εραστή της. Ξέχασε όταν λάμβανε τις στάσεις τόσων και τόσεων άνθεων για χάρη του.

Τις Κυριακές κανέναν δεν αγαπά. Φεύγει νωρίς απ΄το ξενοδοχείο. Διασχίζει την ανυποψίαστη πόλη. Είναι κομμάτι εκείνων των τραίνων που περνούν στριγγλίζοντας τινάζοντας τ΄ολόλευκα μαντήλια. Η Αλμαϊσά είναι μια όμορφη γυναίκα μ΄ένα αναμμένο μάτι και μαντεμένια μνήμη. Είναι η Ολυμπία του ζωγράφου. Και άλλοτε πάλι τίποτε. Είναι εξόχως ομορφότερη της μαντάμ Ρενουάρ και της γυναίκας με το μαύρο φόρεμα. Έχει ονόματα όπως Μαργαρίτα, Ανδριαννή, Λουίζα. Είναι ηχώ και νάρκισος μαζί. Στ΄όνομά της ορκίζονται πίστη οι εραστές. Σε μερικά χρόνια θα γυρίσει ξανά στην Τεχεράνη. Θα΄ναι άνοιξη και θ΄ανθίζουν οι ουρανοί. Με τα φώτα της ετούτη η πόλη θα της πάρει για πάντα την καρδιά. Τα μάτια της Αλμαϊσά είναι τώρα τα παράγωγα του υδραργύρου.

Μια απ΄αυτές τις μέρες η Αλμαϊσά θα ξοφλήσει το βρώμικο δωμάτιο. Θα ακολουθήσει το πεπρωμένο των ναυαγίων.Ένα τραγούδι θα πει, έτσι για ν΄αρπάξει η πυρκαγιά η μικρή μας πλατεία.

Και απ΄τα βάθη του δρόμου που λίγο λίγο αποκαλύπτεται θα φθάσει η Αλμαϊσά ζητώντας τ΄όνομα του πλοίου. Όμως κανείς και τίποτε δεν γνωρίζει. Κανείς δεν μπορεί να την βοηθήσει. Ποτέ μια ζωγραφιά δεν είναι ακίνδυνη. Ρωτά απεγνωσμένα, κάποιος φωνάζει Κάιρο, πετούν τη σχοινένια γέφυρα. Τώρα φέγγουν οι γκρεμοί Αλμαϊσά. Είσαι η ωραία και υποβλητική Μπρετ που ΄χει χάσει πια το ενδιαφέρον της για τον κόσμο.

Θέλω να πω Αλμαϊσά, είτε γεννιέσαι στα χέρια του Αμεντέο είτε ξοδεύεσαι μοναχά για ένα κομμάτι ψωμί στους δρόμους της Αθήνας, του Πειραιά και του Λίβερπουλ θα υπάρξουν κάτι στιγμές, πίστεψέ με, που θ΄ανακτήσεις όλες σου τις παλιές ταχύτητες. Που θα υψωθείς παρελαύνοντας ως τον ουρανό. Προύσα, Βηρυτός, Αλγέρι. Από πουθενά δεν είσαι εσύ Αλμαϊσά. Με τα μάτια κάποιας Σιμόν, σαν ποίημα θα πετάς για πάντα στα μέσα μας δωμάτια.

*

©Απόστολος Θηβαίος

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία, πεζοποιήματα