Χρήστος Μαρτίνης, Ο Ποταμός

martinis3.1.17

favicon

Δεν θυμάμαι πότε συνειδητοποίησα ότι είμαι μέσα σε ποτάμι. Σίγουρα όχι τα πρώτα χρόνια. Στις αρχές με απασχολούσε κυρίως το στρίμωγμα, η ασφυξία, ζητούσα να ανασάνω, έμπαιναν δάχτυλα στο στόμα μου, αγκώνες στα πλευρά μου, μαλλιά μπλέκονταν στα μάτια μου και δεν με άφηναν να δω τίποτα παραπέρα από το πρόσωπο των διπλανών.

Όχι είμαι σίγουρος. Στην αρχή δε πήρα χαμπάρι.

Όσο περνούσε ο καιρός η κοίτη πλάταινε, τα σώματα λιγόστευαν κι εγώ μάθαινα να ζω μες στο ποτάμι. Να πηγαίνω με το ρεύμα, να ξεκουράζομαι ανάσκελα, να αποφεύγω τις δίνες. Τότε άρχισα να προσέχω και τις όχθες. Κατάφυτες, τα δέντρα έγερναν επάνω απ’ το νερό.  Πολλοί προσπαθούσαν πιάνοντας τα κλαδιά, τα κούτσουρα που είχαν σκαλώσει στα βράχια να βγουν, να ξεφύγουν. Τις περισσότερες φορές έπεφταν ξανά μες στο νερό, κάποιοι χτυπούσαν τα κεφάλια τους στους βράχους και κύλαγαν ακίνητοι μαζί με το ποτάμι. Τα βράδια κάτω απ’ την πανσέληνο μαζευόμασταν σε κύκλους και λέγαμε ιστορίες για όσους τα είχαν καταφέρει.

Εγώ δεν προσπάθησα να βγω.

Άφηνα μόνο το καθαρό νερό να με κυλάει. Παρατηρούσα ότι με τα χρόνια οι όχθες ζωντάνευαν. Κολυμβητές που είχα δει να πιάνονται στα ξύλα, στα βράχια τα είχαν καταφέρει. Το νερό ταξιδεύει τους ήχους, τα βράδια από τα ξέφωτα του δάσους άκουγα ομιλίες, κιθάρες, τραγούδια, μερικές φορές διέκρινα ανθρώπινες μορφές πίσω από την πυκνή βλάστηση.

Εμένα με έπαιρνε ο ποταμός.

Δεν σκέφτηκα την έξοδο μέχρι που πάτησα τα πρώτα άντα μου. Το σώμα μου είχε αρχίσει να κουράζεται, τα πόδια ίσα που με κρατούσαν στην επιφάνεια και η σιωπή τα βράδια μου προξενούσε εφιάλτες.

Προσπάθησα τότε να πατήσω κι εγώ στεριά.

Έπιανα κλαδιά μα ήταν σάπια και έσπαγαν, κουνούσα τα χέρια  να με προσέξουν οι γυναίκες στα βράχια που έπλεναν ρούχα. Φώναζα χωρίς αποτέλεσμα ώσπου κατάπινα νερό και με τραβούσε η δίνη. Ανέβαινα επάνω σε κορμούς και κωπηλατούσα με όλη μου τη δύναμη. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Οι γυναίκες δεν σήκωσαν ποτέ τα μάτια, τους κορμούς τους έπαιρνε το ρεύμα. Δεν ήταν λίγες οι φορές εκείνες τις μέρες που επεξεργάστηκα σοβαρά την ιδέα να σταθώ ακίνητος -χωρίς αέρα στα πνευμόνια- και να βουλιάξω.

Λίγο αργότερα τα παράτησα.

Άρχισα να μισώ τα τραγούδια στις ακτές, τους εναγκαλισμούς των επιζώντων, τα στεφάνια που έριχναν στο νερό σαν προσφορές για εμάς που ζούσαμε ακόμη στο ποτάμι. Για χρόνια αποτράβηξα  το βλέμμα μου απ’ τις όχθες, αφοσιώθηκα σε ό,τι έφταναν τα χέρια μου. Ο βυθός σιγά-σιγά άλλαζε σύνθεση. Βουτούσα και ανάμεσα στα φύκια  έβρισκα σκουριασμένα μαχαίρια, δοχεία τρύπια, σάπιες κουβέρτες.

Όταν έβρεχε έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν ότι το σώμα μου έβγαινε απ’ το νερό, γινόταν ένα με τα σύννεφα και άπλωνε επάνω από τον κόσμο σαν ίσκιος.

Καθώς απέφευγα να κοιτάω τις όχθες δεν είχα προσέξει πως το ποτάμι διαρκώς πλάταινε

Πλέον  μέχρι να συναντήσω άλλον κολυμβητή περνούσαν μέρες. Αντίθετα η στεριά ζωντάνευε, τα δέντρα είχαν κοπεί και άφηναν να φανεί ο ορίζοντας. Τα γαβγίσματα των σκύλων, οι ανθρώπινες ομιλίες ίσα που έφταναν στ’ αυτιά μου.

Στα πενήντα μου έπλεα σε ένα τεράστιο ποταμό.

Θυμάμαι τότε έκανα ξανά κάποιες προσπάθειες να πατήσω χώμα. Όμως το νερό με εξαντλούσε, δεν με άφηνε. Την τελευταία προσπάθεια την έκανα μόνο με το νου μου.

Παραιτήθηκα.

Περνούσα ώρες κοιτώντας όχι πια τις ακτές μα πέρα από αυτές. Κοιμόμουν λίγο. Κοιτούσα την δύση και την ανατολή αμίλητος. Είδα εκατοντάδες-πάντα σαν ήταν η πρώτη φορά. Το τοπίο άλλαζε ξανά, οι όχθες αγρίευαν, μόνο πέτρες κοφτερές και αγκαθεροί θάμνοι.

Έπειτα το ποτάμι άρχισε να στενεύει πάλι.

Όσοι κατάφερναν να βγουν στη στεριά αμέσως ξεκινούσαν για την ενδοχώρα. Σαν να μην ήθελαν να ξαναντικρίσουν το νερό. Ο τελευταίος  κολυμβητής που είδα προσπαθούσε μάταια να κολυμπήσει αντίθετα, να γυρίσει προς τα πίσω. Δεν του μίλησα, έκλεισα τα μάτια κι έγειρα το κεφάλι μου προς τη δύση.

Αισθάνομαι πως τώρα απέμεινα μόνος.

Η κοίτη μικραίνει πάλι και πάλι πνίγομαι, αυτή τη φορά όχι από ανθρώπους, μέλη, πόδια, μπράτσα, δάχτυλα άλλα από το ίδιο το νερό που έγινε με τα χρόνια ξένο σώμα και θέλει να με πνίξει. Εγώ όμως αρνούμαι, το αρπάζω, γίνομαι ένα μαζί του·

σαν ποταμός.

*

©Χρήστος Μαρτίνης

Φωτογραφία, Βίκος (Βοϊδομάτης), Ήπειρος -Wikimedia commons

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία