Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη, Αεροπλάνο κίτρινο

Nikolakaki30.12.16

fav_separator

Mια γουλιά καφές, ένα καλοξυσμένο μολυβάκι ανά χείρας και -σε λιγότερο από δεκάλεπτο- το άδειο της Α4 γέμισε ασημένια ρυάκια με ομορφοχαρακωμένα γράμματα, οξείες, τελείες, παύλες, αποσιωπητικά και θαυμαστικά. Ένα μόνο σημείο στίξης τής έλειπε: το ερωτηματικό. Αυτή τη χάρη δεν θα την έκανε σε κανέναν. Στα πενήντα εννιά της, η Δωροθέα δεν επέτρεπε σε κανέναν να υποψιαστεί ότι υπάρχει μέσα της το οποιοδήποτε κενό, η οποιαδήποτε απορία. Για τα πάντα, όφειλε ή να ξέρει ή να διαισθάνεται. Αμέτοχη, πάντως, δε θα στεκόταν πουθενά. Μεγάλη κουβέντα, αν την εννοεί κανείς. Άραγε, σε ποια ηλικία σταματάει ο μέσος άνθρωπος ν’ αναρωτιέται; Να ψάχνει για να συμπληρώσει τα κομμάτια του παζλ; Να κάνει λάθη και σωστά, και να παραδειγματίζεται; Να βλέπει λάθη και σωστά, και να παραδειγματίζεται; Να εκπλήσσει και να εκπλήσσεται; Ν’ ατενίζει τη ζωή μέσ’ από το τσόφλι της;

Εξαρτάται. Τον άνθρωπο, την κοσμοθεωρία και τα βιώματά του, από ποιους και πόσο έχει επηρεαστεί, πού έχει πιστέψει, πότε και πόσο έχει απογοητευτεί και τι δυναμική έχει να σηκωθεί από κάτω-ξανά και ξανά- και να παλέψει. Η ζωή, λένε, είναι πάλη. Αυτά, για τους απαισιόδοξους. Για τους υπολοίπους, που βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο, ο μπαξές έχει απ’ όλα. Τείνουμε όμως να πιστεύουμε ότι η ζωή είναι -θεμελιωδώς- χαρά. Ευκαιρία. Ομορφιά και χαμόγελο και φως. Αγάπη. Και, για να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, και ποιος άνθρωπος δεν δικαιούται να βλέπει μισογεμάτο το ποτήρι του; Η ευτυχία, λένε, είναι επιλογή. Η Δωροθέα αυτό το πίστευε. Γι’ αυτό και σκάρωνε τώρα τούτο ‘δώ το κείμενο. Ορισμένα πλάσματα έρχονται σε τούτον εδώ τον πλανήτη με σκοπό να παραδειγματίσουν, να σκορπίσουν στους γύρω τους λίγη απ’ την ψυχική τους χρυσόσκονη, να διδάξουν, να φωτίσουν, να θεραπεύσουν, να εμφυσήσουν ελπίδα και δύναμη. Κείνο το περίφημο ανάστημα τα κάνει όλα. Ξεκινάει πάνω απ’ το κεφάλι του ανθρώπου και φτάνει τόσο όσο. Γνωστός συγγραφέας το είχε γράψει παλιότερα και είναι ολόσωστο.

Ένα γκαπ και πάρ’ τον κάτω! Ο πενοστάτης της. Και παραδίπλα, αραδιασμένα στο ζαχαρί πλακάκι, ένα εκατομμύριο χρωματιστά συνδετηράκια που σχηματίζουν λοφίσκους, χώρια τα στυλό, οι μαρκαδόροι υπογράμμισης, τα χαρακάκια, τα ψαλίδια, τα ξυστρίδια, οι σπασμένες μύτες και τα δοντάκια του συρραπτικού. Αυτά έχει το επάγγελμα συγγραφέας. Χαμογελάει: τα πράσινα μάτια της γίνονται κάμποι ολόσπαρτοι. Από τότε που εφευρέθηκε το μολύβι, μαράθηκε η θλίψη και πέθανε η λησμονιά. Τα μαζεύει ένα-ένα όλα από κάτω, ύστερα κάθεται πάλι στη γνωστή της γωνίτσα δίπλα στο παράθυρο και σμιλεύει τα γραπτά της, μια αντιμετάθεση εδώ, μία απόστροφος εκεί, μια παράγραφος λιγότερη παραπέρα. Και- Θεέ μου- πώς πονάει να κόβεις λέξεις απ’ το κείμενό σου! Και μια τελεία λιγότερη, ακρωτηριασμός είναι.

Σ’ ένα διωράκι τσάτρα-πάτρα, η υποχρέωση έχει βγει. Άλλο και τούτο πάλι: συγγραφή κατά παραγγελία. Μα γίνεται; Όχι. Το γράψιμο είναι υπόθεση καθαρά προσωπική. Φίλτρο, μέσα απ’ το οποίο καθένας βλέπει τα πράματα έτσι ή αλλιώτικα. Όμως -κατά περίπτωση- μπορεί κανείς να ρίξει λίγο νερό στο κρασί του και να κάνει την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η μετανάστευση του γιου της Χριστίνας, λόγου χάρη, είναι μία απ’ αυτές τις εξαιρέσεις. Με τη Χριστίνα, η Δωροθέα κολλητές. Χρόνια. Δένονταν με ακατάλυτα επικοινωνιακά δεσμά. Οι χαρές της μιας ήταν χαρές και της άλλης. Και οι λύπες, αντίστοιχα. Έτσι, όταν μία ωραία πρωία του Νοέμβρη ο Σταύρος επισκέφθηκε τη μάνα του, τη Χριστίνα, μάνα βάλε μπρίκι και γλυκό του κουταλιού γιατί σου ‘χω νέα, και τής ανακοίνωσε ούτε λίγο-ούτε πολύ ότι μαζεύει τα μπογαλάκια του για τις Αμερικές, η Χριστίνα πήγε να πεθάνει. Κλάμα, καταρράχτες τα μάτια της. Έπεσε στο κρεβάτι, κι ούτε φαΐ ούτε νερό. Μόνο τηλέφωνα, άπειρα, με τη Δωροθέα. Γιατί, ποιος άλλος θα της στεκόταν καλύτερα; Μικρό πράμα είναι μια μετανάστευση; Είκοσι τρείς του Δεκέμβρη στις 07:37 θα πέταγε για Νέα Υόρκη το στερνοπούλι της. Τι να κάνει. Σκέφτηκε. Ξανασκέφτηκε. Ώσπου μια μέρα, τής κατεβαίνει η ιδέα. Σηκώνει τ’ ακουστικό, πληκτρολογεί το γνωστό νούμερο κι αρχίζει το ψηστήρι.

-Δωρούλα, σώσε με!

-Πρώτον, λέει και μια καλημέρα ο κόσμος. Έντεκα η ώρα το χάραμα, με τα μπικουτί είμαι ακόμα η γυναίκα. Και δεύτερον, στο ‘χω πει ένα εκατομμύριο φορές: το Δωρούλα μού χαλάει το image. Λέγε.

-Μανδάμ Δωροθέα ντε Παρί, καλημέρα. Καιγόμαστε! Ο υιός μου.

-Μάλιστα.

-Πετάει.

-Μάλιστα.

-Για πάντα.

-Αυτό δεν μπορείτε να το ξέρετε, αλλά μάλιστα.

-Μαλλί. Άσ’ τα μάλιστα, να σου πω τι θα κάνουμε. Εσύ γράφεις, δε γράφεις;

-Χρόνια τώρα. Συγγραφεύς γαρ.

-Και το έργο του συγγραφέως είναι..;

-Θες την αλήθεια;

-Όχι, παραμύθια!

-Α, γειά σου! Αυτό είναι το έργο του: να παραμυθιάζει τον κόσμο.

-Αχούύύ δε θα συνεννοηθούμε και τα νεύρα μου είναι κρόσσια να παίζει πάνω τους σαντούρι η Κετιμέ. Επαναλαμβάνω: το έργο του συγγραφέως είναι τι; Πώς θα το χαρακτήριζες, δηλαδή.

-Ααα! Πες έτσι. Καλλιτεχνικό.

-Άλλο;

-Εκπαιδευτικό.

-Άλλο;

-Ηθικό.

-Άστο, ξημερώσαμε. Λοιπόν. Το έργο του συγγραφέα είναι πρωτίστως κοινωνικό. Θα με βοηθήσεις να κρατήσω κοντά μου το παιδί.

-Να τον αλυσοδέσω;

-Σιγά μην τον δέσεις και τρικάταρτα σαν τον Οδυσσέα στο ομηρικό έπος. Θα γράψεις εκεί πέρα κάτι καλό, να τον συγκινήσουμε να μείνει Ελλάδα. Μπορείς; Ή να προσλάβω την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, που θα μου κάνει και φιλική τιμή;

-Αυτό ήταν χτύπημα κάτω απ’ τη ζώνη. Με προκαλείς, έτσι;

-Συ είπας.

-Και δε σε νοιάζει που θα πέσεις τόσο χαμηλά στα μάτια του παιδιού, έτσι και το μάθει;

-Από ποιον να το μάθει, Δωροθέα γλυκιά μου;

-Ωραίος καιρός. Είπανε θα βρέξει, άκουσες τίποτα;

-Σα δε ντρέπεσαι.

-Πέφτω απ’ τα σύννεφα! Μα πού ζούμε πια; Σε ζούγκλα ζούμε; Αν είναι δυνατόν! Η φιλενάδα σου να σε ρουφιανέψει; Η κολλητή σου; Το αίμα σου; Για τέτοια ταβανόπροκα μ’ έχεις;

-Για τέτοια.

-Και πολύ καλά κάνεις. Όποιος φυλάει τα ρούχα του, τα ‘χει όλα. Στο θέμα μας. Την ευθύνη που παίρνουμε τη σκέφτηκες; Κι αν εκεί που θέλει να πάει, είναι για καλό του;

-Καμία ευθύνη. Κοτζαμάν άντρας είναι, πέντε δράμια μυαλό έχει. Ας τα βάλει κάτω να σκεφτεί. Όχι έτσι, χάιντε και μπαρκάραμε! Πού πας άνθρωπέ μου; Μόνος στον κόσμο είσαι; Έχεις και μία μάνα!

-Τρελή μάνα.

-Δωροθέα.

-Sorry. Ημίτρελη. Να σου θυμίσω Χριστινούλα, καμάρι μου, ότι σε κάποια άλφα -λέω εγώ τώρα- ηλικία, τα παιδιά αποχωρίζονται τους γονείς και κάνουν τη ζωή τους;

-Ναι. Αλλά στη Νέα Υόρκη; Χάθηκ’ ο κόσμος να κάνει, δηλαδή, τη ζωή του στους Αμπελοκήπους;

-Μα βρίσκει το παιδί δουλειά στην Αθήνα και δεν κάθεται;

-Κι είναι τώρα αυτό δικαιολογία;

-Πώς θα ζει; Θα τον χαρτζιλικώνεις μέχρι τα πενήντα του;

-Ναι!

-Μάλιστα. Έχουμε μπει στη ζώνη του λυκόφωτος. Twilight zone. Παρακαλώ, επικοινωνήστε μαζί μου μόλις επανασυντονιστείτε με τον Πλανήτη Γη στο 694..

-Έλα.. εντάξει.. Εντάξει, έχεις δίκιο.

-Μόνο την πάρτη σου σκέφτεσαι, το ξέρεις; Από δική σου ανασφάλεια, λυσσάς να μείνει εδώ.

-Λες ε; Αχ θα τρελαθώ.

-Βρε κουτό.

-Μμμμ.

-Μούξινος. Παρούσα λέει ο κόσμος. Βρε, θα μιλάτε μέσω Skype. Άλματα κάνει η τεχνολογία.

-Ομοίως κι εγώ. Άλμα θα κάνω. Απ’ τον πέμπτο. Σούμπιτη.

-Να πάρω την Πυροσβεστική να φέρουν δίχτυ. Ε, μα δεν τρώγεσαι πια, μ’ έπρηξες! Ο Λουκάς.. Πού ‘ντονε το Λουκά να σε μαζέψει;

-Σώθηκες. Αυτός προτρέπει το παιδί «ν’ ανοίξει τα φτερά του» λες κι είναι το καμάρι μου κανένα πτηνό. Πατέρας, σού λέει μετά.

-Ξέρει να κρατάει ισορροπίες, ο άνθρωπος.

-Να μου ανεβάζει την πίεση ξέρει, ο αχαΐρευτος κι αυτός.

-Κι αν έχει δίκιο; Γιατί να μην πετάξει το παιδί;

-Γιατί θα βρει τοίχο, θα σπάσει τα μούτρα του και θα μού γυρίσει πίσω σα στραπατσαρισμένη νυχτερίδα να κάνει πρεμιέρα στο Batman & Robin (Hospital Season).

-Box office. Δεν είν’ κακό.

-Ναι, κορόιδευε. Δεν είσαι μάνα εσύ, δεν ξέρεις.

-Ακούς τι λες; Τόσα παιδιά φεύγουν στο κάτω-κάτω, τι πάθανε;

-Το δικό μου το παιδί δεν το παραδίδω αμαχητί στο θεριό της μετανάστευσης. Τέλος! Θα πολεμήσω και, αν είσαι φίλη αληθινή, θα με βοηθήσεις. Ειδάλλως σε ξεγράφω. Τελεία και παύλα. Σ’ αφήνω τώρα, ήρθε η κομμώτρια για τις ανταύγειες. Ναι, χρυσή μου, το κοκκινομπορντοκοραλλί διαλέξαμε, ναι, σήμερα λούστηκα. Συγνώμη κοριτσάκι μου, στην άλλη πήγαινε. Από ‘σένα, περιμένω το κείμενο. Φιλιά.

Η αλήθεια είναι ότι δεν τής άφησε και πολλά περιθώρια. Για την ακρίβεια, την έπιασε απ’ το λαιμό. Ή ταν ή επί τας, φιλενάδα, της είπε. Μεσοβέζικες λύσεις δεν είχε. Έβαλε όμως κι η Δωροθέα τους δικούς της όρους, για να βοηθήσει: ναι μεν, αλλά. Το κείμενο που θα ‘γραφε, θα πήγαινε αυστηρώς και μόνο στον ίδιο το Σταύρο. Κλειστός φάκελος, κλειστές υποθέσεις. Κι η Χριστίνα, που δε θα μάθαινε ποτέ τι και πώς, τσίνησε λίγο στην αρχή αλλά τελικά -τι να ‘κανε κι η δόλια μάνα;- το δέχτηκε.

Δευτέρα είκοσι δύο Δεκεμβρίου, 11:25. Ο Σταύρος, μέσα σ’ ένα δωμάτιο-καράβι να ξεκινήσει, πακετάρει την τελευταία βαλίτσα. Οχτώ μπλουζάκια, πέντε τζιν, την κορνίζα της κοπέλας του απ’ την εκδρομή τους στον Αλιάκμονα και δυο καλά ιστορικά βιβλία, που ‘χε απ’ το Λύκειο. Ξέχασε τίποτα; Μπα. Κινητό. 1 νέο μήνυμα από Δωροθέα Αργυρίου. «Το απόγευμα, πέρνα απ’ το σπίτι. Έχω κάτι για ‘σένα.» Παραξενεύτηκε. Πού να τρέχει τώρα στο Φάληρο, αλλά είπε να μην την προσβάλλει, στο κάτω-κάτω πάντα τής είχε αδυναμία γιατί είχε γίνει πια κι αυτή η φιλενάδα της μάνας του μέλος της οικογενείας. Πεντέμισι η ώρα λοιπόν, με μισό κιλό παστάκια ανά χείρας, ήταν στο κατώφλι της και τής χτυπούσε το κουδούνι. Έξω, να ρίχνει του σκοτωμού.

Του άνοιξε χαμογελαστή. Τον αγκάλιασε. Πέρνα μέσα, θα πουντιάσεις, άσε εκεί την ομπρέλα σου, εδώ τα παπούτσια σου, σου ‘χω στο τζάκι καρέκλα και στην κουζίνα κέικ σοκολάτας που μόλις έβγαλα απ’ το φούρνο. Έπιασαν την κουβέντα και μίλαγαν καμιά ώρα περί ανέμων και υδάτων. Ώσπου, κάποια ώρα, άρχισε η Δωροθέα λάου-λάου τη συζήτηση περί μεταναστεύσεως και τα σχετικά, ότι η κρίση έφερε πολύ κόσμο στα πρόθυρα του να ξενιτευτεί αλλά κακά τα ψέματα, η πατρίδα είναι πατρίδα. Κι ο Σταύρος -δεν ήταν και ποτέ της υπομονής- την κόλλησε στον τοίχο χαλκομανία.

-Η μάνα μου έβαλε το χεράκι της, έτσι;

-Τι; Ποια μάνα σου; Ούύύ. Έχω να τη δω εγώ τη Χριστίνα.. και δύο ώρες μη σου πω.

-Λοιπόν. Εγώ έχω καταγωγή κάτω απ’ τ’ Αυλάκι. Κι εκεί, εμείς λέμε τα σύκα: σύκα και τη σκάφη: σκάφη.

-Τα συχαρίκια μου. Αν και η σκάφη -σε ενημερώνω- έχει προ πολλού αντικατασταθεί από προϊόντα της Whirlpool, της Siemens και της Bosch.

-Δωροθέα!

-Σταυράκο. 29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν στους Κατωαυλακιώτες να εκσυγχρονίσουν τις παροιμίες τους. Εσύ θα τους πας κόντρα;

-Ναι καλά. Πού τα πουλάς αυτά; Σου μοιάζω να τρώω κουτόχορτο;

-Ξέρω κι εγώ; Μικρό πάντως, ήσουνα δυσκοίλιο.

-Δεν εννοώ αυτό. Σου φαίνομαι για βλάκας;

-Και τι το ιδιαίτερο έχουν, δηλαδή, εξωτερικά οι βλάκες; Φωσφορίζουν στο σκοτάδι σαν τ’ αυτοκόλλητα απ’ τα τυρογαριδάκια ;

-Βρε τι πάθαμε, χριστουγεννιάτικα. Για κοίτα ‘δω, στο κούτελό μου. Στο κούτελο χριστιανή μου! Όχι στο μαλλί. Κοιτάς;

-Κοιτάω.

-Γράφει πουθενά μπούφος;

-Όχι.

-Χάνος;

-Μπααα.. Κάτι ρυτιδούλες βλέπω. Αντιηλιακή βάζεις; Δε βάζεις. Κακώς ! Θα σταφιδιάσει η μούρη σου αγόρι μου, θα σακουλιάσεις, σαν μπουλντόγκ θα κρέμονται τα μαγουλάκια σου..

-Ε χάνεις λάδια, πά’ να φύγω !

-Πού πας; Έλα ‘δω! Όχι, όχι μπουλντόγκ, έλα…δεν το ‘θελα, Σταύροο… πώς τα λένε μωρέ εκείνα τ’ άλλα σκυλιά που τούς ζαρώνει το δέρμα και κάνει δίπλες μέχρι το πάτωμα.. Σταύροοο περίμενε!

Ίσα που τον πρόφτασε στην πόρτα. Με τα χίλια ζόρια τον γύρισε πίσω, τον κάθισε απέναντί της στον καναπέ του χολ δίπλα στο τζάκι και, την αμέσως επόμενη στιγμή, το πήρε απόφαση. Αντίκρυ της δεν είχε πια το μαυριδερό, μαλλιαρό νεογέννητο που η κολλητή της είχε φέρει στον κόσμο μέσα σ’ εκείνο το κρύο δωματιάκι του «Έλενα» πριν από 36 ολόκληρα χρόνια. Όχι δα. Αντίκρυ της είχε έναν ολοκληρωμένο και ώριμο ενήλικα. Το ύφος της σοβαρεύει απότομα, τα χέρια της τρέμουν, ανάθεμα την κολλητή της και τις ευθύνες που έπαιρνε για χάρη της την ώρα τούτη, με το ξένο παιδί. Του δίνει το φάκελο. Θα τον ανοίξεις τη μέρα που θα φεύγεις, του λέει κι αμέσως σηκώνεται να τον ξεπροβοδίσει, μην την πάρουν τα ζουμιά και δεν είμαστε για τέτοια, γαμώτο. Χαιρετιούνται. Στο μυαλό του Σταύρου όλα γυρίζουν. Φοράει το άνορακ, έξω ακόμα βρέχει με το τουλούμι και όταν φτάνει στην πολυκατοικία του, έχει γίνει παπί. Αλλάζει,  βάζει δύο δάχτυλα κονιάκ κι ανοίγει το ράδιο, η φωνή του Μπιθικώτση στη «Δραπετσώνα» λυγάει σίδερα. Βγάζει απ’ το πέτο του τον άσπρο φάκελο, τον χαζεύει κανένα δεκάλεπτο με τη σκέψη του να διανύει χιλιόμετρα, και τελικά τον ακουμπά ευγενικά στο κομοδίνο του, κάτω απ’ το καφετί λουράκι του ρολογιού του.

Πεντέμισι η ώρα το πρωί της επομένης, το ξυπνητήρι τού τρυπανίζει τα μηνίγγια. Ανοίγει το παντζούρι, έξω πίσσα σκοτάδι ακόμα. Σηκώνεται, ντύνεται, καλεί ταξί. «Για το Ελ. Βενιζέλος.» λέει του οδηγού κι φωνή του, βραχνή και τραχιά, απορροφάται γρήγορα απ’ την ησυχία του ξημερώματος. Ανοίγει το παράθυρο, να τον φυσήξει ο πρώτος πρωινός αέρας. Μπούζι. Παίρνει ξανά στα χέρια του τον φάκελο, με προσοχή αυτή τη φορά, κι αρχίζει σιγά-σιγά να τον σκίζει απ’ τη μια πλευρά. Ξεδιπλώνει από μέσα δύο χαρτιά, τα ψηλαφεί στο σκοτάδι, το ένα λείο, καινούργιο και τ’ άλλο ταλαίπωρο, σαν ρυζόχαρτο. Σε μια στροφή που τούς έπιασε κόκκινο, φέρνει τα χαρτιά κοντά στο παράθυρό του, κάτω απ’ το αμυδρό χρυσαφένιο φως μιας λάμπας που δυο-τρία λεπτά ήθελε ακόμα για να σβήσει υποδεχόμενη τη νέα μέρα. Στο πιο γερό φύλλο χαρτί, αναγνωρίζει τα γράμματα της Δωροθέας. Μια δεκαριά αράδες, στρωτές, στρογγυλογραμμένες, στις οποίες του εξηγεί ξεκάθαρα πώς και τι, και για ποιον λόγο μπλέχτηκε στην όλη ιστορία. «Σκέφτηκα, στο τέλος-τέλος, να σε αφήσω να αναμετρηθείς με τον ίδιο σου τον εαυτό.» του γράφει. «Η ζωή είναι δική σου, αγόρι μου. Οι γονείς σου θα είναι περήφανοι για σένα, όπου κι αν αποφασίσεις να μείνεις.» Πιάνει το δεύτερο χαρτί. Φανάρι πράσινο, το ταξί μαρσάρει να ξεκινήσει και το φως της λάμπας χάνεται σαν αστραπή απ’ τα μάτια του. Έχει πια ξημερώσει, τα πάντα είναι ορατά στο γυμνό δεκεμβριανό φως και δεν έχει ανάγκη πλέον καμία λάμπα για να διαβάσει καθαρά. Το χαρτί αυτό, το ταλαίπωρο, το μισοσκισμένο, είναι μια ζωγραφιά δική του, παιδική, του Δημοτικού. Ένα αεροπλάνο κίτρινο. Γύρω-γύρω σύννεφα γκρι και πράσινα, όλα με κηρομπογιά. Κι από κάτω -με κολλυβογράμματα- η φράση:

 

«Μια μέρα, θα γυρίσω τον κόσμο.»
Σταύρος Σκαραμαγκάς, Β2.

Έσφιξε το χαρτί στη φούχτα του και -για μερικά δευτερόλεπτα- ξέχασε πώς είναι ν’ ανασαίνουν.
Άνοιξε κινητό. Δημιουργία νέου μηνύματος, «Σ’ ευχαριστώ, Δωροθέα. Η μάνα είναι πολύ τυχερή που σ’ έχει.» Αποστολή μηνύματος. Εστάλη. Παραδόθηκε. Διαβάστηκε.

-Παλληκάρι, τι διαβάζεις εκεί με τόση περισυλλογή; Πες μου εμένα, που ‘χω πείρα στη ζωή, να στα εξηγήσω όλα!

Άλλος ένας ταξιτζής-ξερόλας. Του ‘ρθε να γελάσει ή να κλάψει: κάτι ανάμεσο. Αυτή η χώρα, σκέφτηκε, δε θ’ αλλάξει ποτέ. Ίσως, γι’ αυτό την αγαπούσε πιο πολύ απ’ το καθετί.

«Την πρώτη μου πτήση στο χαρτί, μπάρμπα.»  τού απάντησε, γύρισε τη μανιβέλα της πόρτας να κλείσει το παράθυρο, κούρνιασε στο μισοφαγωμένο παλτό του κι αποκοιμήθηκε μέχρι που άρχισαν ν’ ακούγονται οι πρώτες ανακοινώσεις απ’ τα μεγάφωνα του αεροδρομίου.

*
©Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία