Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά

 
Όπου η δύσκολη ενηλικίωση ενός κοριτσιού στη  μεταπολεμική Αθήνα. 

«Η μάνα μας, σκληρή και πρωτόγονη γυναίκα από τα ορεινά της κεντρικής Εύβοιας έκανε στην αρχή, πολύ νέα, τη Μαρία και την Ελπίδα. Η Ελπίδα πεθαίνει εννιά  χρονώ και στο καπάκι η μάνα  κάνει κι άλλο κοριτσάκι. Εμένα, που με βγάλανε πάλι Ελπίδα λόγω της πεθαμένης –λευχαιμία. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Τον άλλο χρόνο, η μάνα έκανε τέταρτο και τελευταίο κοριτσάκι, τη Σταυρούλα. Την πέρναγα μόνο δεκατρείς μήνες. Δύο σετ κοριτσιών δηλαδή, για να μη μπερδεύεσαι. Δε δούλευε φυσικά η μάνα, με τα παιδιά και με το σπίτι ασχολιότανε. Και τα παιδιά εμείς, κλεισμένες μέσα συνέχεια. Στρατιωτική πειθαρχία. Καθένα που μεγάλωνε, έπαιρνε δουλειές στο σπίτι, και μεγάλωνε και το μικρότερό του.

Ο πατέρας ήτανε απ΄ το Λαύριο. Ξεμπαρκάρησε από ναυτικός –σπάνια περίπτωση, γιατί είχε πολλή δουλειά στα καράβια τότε, ζητάγανε και δε βρίσκανε ανθρώπους, όχι να ΄χεις τη θέση σου στο βαπόρι και να φεύγεις. Τέλος πάντων–  λίγο πριν τον πόλεμο, κι άρχισε να κάνει άλλες δουλειές. Όπως εμποράκος στα πανηγύρια και στις λαϊκές. Θυμάμαι ακόμα τους πάγκους, στήσε  - ξέστησε και τη μυρωδιά από τις λάμπες πετρελαίου, όταν μ΄ έπαιρνε μαζί του. Και το καρότσι με τα χέρια σ΄ όλη την Αθήνα, πού λεφτά γι΄ αυτοκίνητο, ούτε καν για τρίκυκλο.  Έκαν΄ όλες τις δουλειές, όλες: εργοστάσιο, νεωκόρος στην εκκλησία τ΄ Αγιώργη (μέναμε στην Ακαδημία Πλάτωνος τότε, οδός Πύλου), γενικών καθηκόντων στα σινεμά «Πλάτων» και «Βιολετέρα», μεταφορέας σε μετακομίσεις. Πιο πολύ όμως στα πανηγύρια και στις λαϊκές. Πολυτεχνίτης που δεν πολυστέριωνε σε τίποτα, αλλά τα ΄φερνε βόλτα.
Πεθαίνει που λες ο πατέρας. Καρκίνος στο πάγκρεας. Η μάνα πήρε μια ψευτοσύνταξη              –πάντα πλήρωνε ο πατέρας την εισφορά του–  είχε και κάτι ψευτονοίκια από χωράφια, πούλαγε και λίγο από το λάδι που της ερχότανε, τα ΄φερνε κι αυτή βόλτα. Ο πατέρας ήτανε ήρεμος  και γλυκός άνθρωπος, μα  υποταγμένος ολωσδιόλου στη γυναίκα του. Για να σου δώσω να καταλάβεις, στην κατοχή ήταν ΕΑΜίτης. Και γι΄ αυτό πήγε μετά Μακρόνησο. Αμέσως σχεδόν βγήκε, τον έψησε η μάνα να κάνει δήλωση κι αυτός φυσικά έκανε. Μετά ψήφιζε συνέχεια ΕΔΑ –εκτός από το ’61, που έριξε ΕΡΕ στο φανερό, γιατί ήταν άγρια τα πράματα. Τότε με τη βία και νοθεία, αν έχεις ακουστά. Αυτήν που λέει ο γερο Βαρβιτσιώτης, και σήμερα ακόμα, πως είναι μύθος της Αριστεράς και του Κέντρου. Πρόσεξε λοιπόν τώρα: ψήφιζε ΕΔΑ, μα πήγαινε κανονικά στις συγκεντρώσεις του πρώτα του Συναγερμού κι ύστερα της ΕΡΕ, και φώναζε κιόλας, να τόνε βλέπουνε καλά ότι τάχα είναι δεξιός. Τρέλα κανονική. Παιδική ανάμνησή μου είναι να μ΄ έχει στους ώμους ο πατέρας στην Κλαυθμώνος, να μιλάει ο Καραμανλής, ο γέρος Καραμανλής, και το πλήθος να φωνάζει συνθήματα. Μαζί κι ο πατέρας μου. Μαζί κι εγώ, τι ήξερα τότε. Το τι ήτανε αληθινά ο πατέρας μου, το ΄πε λίγο πριν πεθάνει στη Μαρία. Κι αυτή μετά το είπε σε μας. Αλλά κι αυτός, ο ήσυχος άνθρωπος, μάς έδερνε κι αυτός, όταν τον  έβαζε η μητέρα. Και τον έβαζε τακτικά. Μας χτυπούσε κι έκλαιγε κι εκείνος μαζί μας. Γιατί έκλαιγε, δεν το καταλάβαινα τότε. Μα δεν της έλεγε λέξη της μάνας. Μάς έδερνε μόνο. Την έτρεμε. Το γιατί, ποτέ δεν το κατάλαβα. Κατάλοιπα από τη Μακρόνησο- δεν ξέρω.
Η Μαρία, η μεγάλη μας αδερφή. Αυτή ουσιαστικά μάς μεγάλωσε τα πρώτα μας χρόνια. Μα η Μαρία έφυγε απ΄το σπίτι 18 χρονώ, παντρεύτηκε, γλίτωσε. Της βγήκε καλός ο άντρας, που τον πήρε σχεδόν στην τύχη, σάμπως έβγαινε κι αυτή απ΄ το σπίτι. Τον πήρε με το έτσι το θέλω, πολύ καλά έκανε. Η  μάνα σκληρή και κέρβερος. Ούτε μητριά να ήτανε- άσε που τόσες και τόσες μητριές είναι καλύτερες κι από μάνες. Εμείς χαρά δεν ξέραμε, πώς ήτανε να είσαι παιδί δεν ξέραμε. Το πλησίασμα της μάνας σήμαινε ξύλο. Σηκώναμε αυτόματα τα χέρια να προφυλαχτούμε, κι αυτή μπορεί να ερχότανε για κάτι άλλο, άσχετο. Ξύλο με το παραμικρό, το βρισίδι έδινε κι έπαιρνε. Και  υποτίμηση: «Δεν αξίζετε τίποτα, είσαστ΄ άχρηστες» κι άλλα τέτοια. Έτσι, χωρίς λόγο. Από πότε;  Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Χωρίς να έχουμε κάνει τίποτα. Γενικά. Κι ακόμα περισσότερο, όταν είχαμε κάνει κάτι. Τι να ΄χαμε κάνει δηλαδή, παιδικά πράματα: να φέρουμε έναν κακό βαθμό απ΄ το σχολείο, να σπάσουμε κάνα πιάτο στο πλύσιμο, να μην ξεσκονίσουμε καλά κάποιο γυαλικό, να πατήσουμε με τα παπούτσια το παρκέ κι όχι με τα πατάκια, να χάσουμε τίποτα ρέστα από ψώνια, καμιά δεκαρούλα δηλαδή. Αυτό το παρκέ. Συγχώρεση, οίκτος, παράβλεψη; Μηδέν, άγνωστες έννοιες για τη μάνα. Δε μιλάμε βέβαια γι΄ αγάπη. Εδώ μάς έδερνε για ψύλλου πήδημα. Πολύ αργότερα καταλάβαμε ότι αυτά τα παραπτώματα ήτανε χαζά, άλλοι γονείς ούτε δίνανε σημασία. Και το γυαλισμένο παρκέ το μίσησα μια για πάντα. Αν δεις το σπίτι μου τώρα, το πάτωμα το ΄χω παντού αγυάλιστο. Γρατζουνισμένο, δε πά΄ να ρημάξει. Επίτηδες. Από τότε.
Χαρτζιλίκι, πάλι μηδέν. Να πάμε σε πάρτι σαν παιδιά- πού ακούστηκε; Ένα ρούχο καινούργιο, πολύ σπάνιο πράμα. Παιχνίδι, καθόλου. Τηλεόραση ελάχιστη, μόνο αν τύχαινε κι έβλεπε κείνη και ξεχνιόταν να μας αποπάρει. Βλέπαμε από πίσω Από την πλάτη της. Μόνες μας, ποτέ. Απαγορευότανε. Ήμασταν κλεισμένες μέσα συνεχώς. Σχολείο – σπίτι, σπίτι – σχολείο, με το ρολόι. Η κοπάνα, αδιανόητη. Όταν μας έστελνε για ψώνια – ποτέ μαζί, πάντα χωριστά την κάθε μια– στο φούρνο, στο μπακάλη, στο μανάβη, στο γαλατά, στο ψιλικατζίδικο, εκεί αυτή, περίμενε μπάστακας, με το ρολόι στο χέρι, μην αργήσουμε. Κι αν έκρινε ότι αργήσαμε, δος του ξύλο κι άλλο ξύλο. Με το ρολόι. Και δουλειές, πολλές δουλειές, συνεχώς στην τσίτα. Βγάζαμε και τινάζαμε τα σκεπάσματα κάθε μέρα. Τα χτυπάγαμε με μια σπάτουλα. Παιδιά τώρα, να κουβαλάμε στο μπαλκόνι βαριά στρωσίδια κάθε μέρα το χειμώνα. Κι αν ακουμπήσει κάτω το στρωσίδι, ξύλο. Ή, σκουπίζαμε το σπίτι δυο, τρεις φορές την ημέρα. Ή σφουγγαρίζαμε το πάτωμα, που ΄τανε ήδη σφουγγαρισμένο. Όλα με το ρολόι. Κάναμε τα μαθήματά μας για το σχολείο και τρέμαμε όταν πλησίαζε- τι μπορεί να θέλει τώρα; Και το χέρι μας αυτόματα στον αέρα, να προφυλαχτούμε. Τώρα ακόμα, μεγάλη γυναίκα, βλέπω σκιά να πλησιάζει και καμιά φορά σηκώνω το χέρι. Αυτόματα. Δε συζητάμε για παρέες μ΄ αγόρια. Στο δημοτικό, παραφύλαγε μη γυρίζαμε στο σπίτι με κανένα γειτονόπουλο, και μας έσπαγε στο ξύλο. Αναγκαστήκαμε να πούμε στους συμμαθητές μας να πηγαίνουμε χωριστά. Κάθε χρόνο τους λέγαμε το ίδιο, μπας και γλιτώσουμε λίγο ξύλο.
Σε μας, μόνη χαρά τής μιας ήτανε η άλλη. Μιλάγαμε, μιλάγαμε, μιλάγαμε. Σα μικρά κορίτσια, όλο μιλάγαμε. Τι θα κάναμε όταν θα μεγαλώναμε – αυτή η μεγάλη ελπίδα των μικρών παιδιών–  πώς θα ζούσαμε όταν θα ΄χαμε φύγει απ΄ το σπίτι, πώς θα εκδικούμασταν τη μέγαιρα τη μάνα. Νύχτες ολόληρες τις περάσαμε μιλώντας. Και παίζαμε και με τα λόγια, με τη φαντασία μας.
Γιατί έκανε παιδιά αυτή η γυναίκα και γιατί μας φερότανε έτσι, ούτ΄ αυτό το κατάλαβα. Αφού δε μας ήθελε. Ήθελ΄ αγόρια και δεν της βγήκανε; Είχε φάει κι αυτή ξύλο απ΄ τη μάνα της; Είχε πάθει κάνα χουνέρι στα μικρά της τα χρόνια; Είχε άλλ΄ απωθημένα να βγάλει; Ποιος ξέρει. Ποτέ δεν μάς είπε τίποτα. Δε μίλαγε. Πάντως δεν είχε καμιά φανερή πετριά, θέλω να πω δεν ήτανε θεούσα, δεν ήτανε τρελαμένη με τα πολιτικά, δε μεγαλοπιανότανε. Και στη γειτονιά όλοι την αγαπούσανε, εμάς μόνο μάς έβγαζε τη σκληρότητά της. Κρυφά. Εσωτερικά, μέσα στο σπίτι. Απαγορευότανε και να φωνάξουμε, και να κλάψουμε δυνατά, να μην ακούσουν οι γείτονες. Όσο ξύλο και να τρώγαμε. Κι αν κλαίγαμε απ΄το ξύλο, να κι άλλο ξύλο. Να κι άλλο ξύλο που κλαίγαμε απ΄το πρώτο ξύλο. Μάθαμε να τρώμε το ξύλο σιωπηλές.
Εδώ είχε κάνει τέσσερα κορίτσια, σκέψου, και δε μας είπε ποτέ μια λέξη για την περίοδό μας, μας άφησε να μην ξέρουμε τι μάς γίνεται στην τύφλα μας και να τα βγάζουμε πέρα μόνες μας. Ευτυχώς, μας μίλησε η Μαρία. Οι λέξεις «χαρτοβάμβακο», «σερβιέτα» και «περίοδος» ήτανε απαγορευμένες μες στο σπίτι. Και μιλάμε για την Αθήνα του ΄60 και του ’70, όχι για κάνα προπολεμικό κωλοχώρι στα Κράβαρα ή στην Κωλοπετινίτσα. Το τι έκανε η κάθε μια μας με το αίμα της μια φορά το μήνα, ήταν δικό της θέμα. Κάτι μουνόπανα –αληθινά μουνόπανα, όχι τώρα που ΄ναι βρισιά– που τα είχαμε φτάξει από παλιά πανιά, αυτά είχαμε. Τα πλέναμε και τ΄ απλώναμε όσο κρυφά μπορούσαμε. Και κάτι μπαμπάκια που κλέβαμε, θυμάμαι, και κάτι χαρτομπάμπακα που τώρα δεν υπάρχουνε. Μετά, που βγήκαν παντού οι χαρτοπετσέτες και το χαρτί υγείας, κλέβαμε κι από ΄φτά. Αυτοσχέδια πράματα. Κι ούτε πηγαίναμε ποτέ επίσκεψη σε κάνα σπίτι άλλο, να κλέψουμε τουλάχιστον καμιά σερβιέτα από το μπάνιο, όταν βγήκαν οι σερβιέτες. Αυτά τα είδα αργότερα, όταν μεγάλωσα. Ότι οι γυναίκες είχανε σερβιέτες και τις αφήνανε  στο μπάνιο φόρα παρτίδα. Άφοβα. Χωρίς ντροπή. Εγώ τις ήξερα μόνο απ΄ την τηλεόραση. Κι ούτε κατάλαβα ποτέ τι έκανε η ίδια η σκύλα η μάνα μας με τη δικιά της την περίοδο.
Φίλες, τίποτα. Ούτε στη Μαρία μάς άφηνε να πηγαίνουμε. Έμενε Καλλιθέα. Ούτε κι η Μαρία πάταγε σε μας, βέβαια. Είχε τον άντρα της, τα δυο παιδιά της, το σπίτι της. Σπάνια και πού κατάφερνε και πέρναγε απ΄ το σχολείο και μας χαρτζιλίκωνε στο διάλειμμα. Τότε μας έλεγε και καμιά κουβέντα. Όποτε μπορούσε κι αυτή. Τ΄ ανιψάκια μου άργησα να τα γνωρίσω, τα ΄φερε μια φορά η Μαρία και τα είδαμε στο σχολείο. Όσο ήμασταν σπίτι, περιμέναμε πώς και πώς να περάσει η ώρα να πάμε σχολείο. Στο σχολείο ήμασταν κάπως κανονικές, κάπως σαν παιδιά κανονικά. Καλύτερα ήτανε όταν είχαμε σχολείο απόγεμα, γιατί η μάνα έκανε δουλειές στο σπίτι και δε μας πολυπλησίαζε, ενώ εμείς έπρεπε να κάνουμε τα μαθήματά μας. Όταν όμως είχαμε πρωινό σχολείο, το απόγεμα μάς αλάλιαζε. Η χειρότερή μας ήτανε οι Κυριακές, αργίες και καλοκαίρι. Πρόσεξε τι σου λέω: καλοκαίρι, όχι διακοπές. Καλοκαίρι. Σκέτο. Η χειρότερή μας.
Για ένα μήλο που δε μαρτυράγαμε ποια το είχε κλέψει –εγώ το είχα κλέψει, μα δε μαρτυράγαμε ποτέ, μεγάλη αλληλεγγύη με τη Σταυρούλα–  για το μήλο λοιπόν, φάγαμε τέτοιο ξύλο, τέτοιο κλάμα, τέτοια φωνή, που σηκώθηκ΄ η γειτονιά στο πόδι να μας γλιτώσει. Επιτέλους κλάψαμε. Η μάνα τούς έδιωξε τους γείτονες, «να πάτε σπίτι σας» τους είπε. «Έρχομαι ποτέ εγώ να σας κολλήσω τι κάνετε με τους άντρες και τα παιδιά σας; Το τι κάνω ΄γω με τα παιδιά μου είναι δική μου δουλειά. ΄Γω τα ΄κανα, ΄γω τα μεγαλώνω». Φύγαν οι γείτονες, εκεί αυτή το χαβά της, ξύλο. Μόλις σταμάτησε, κουρασμένη, μεις κοιταχτήκαμε και τρέξαμ΄ αμέσως στην πόρτα. Τρέξαμε στην πόρτα χωρίς να ΄χουμε μιλήσει πρώτα, κατάλαβες; Είπαμε με τα μάτια «Φεύγουμε», δεν πάει άλλο. Αυτή δεν πρόλαβε να μας σταματήσει. Έτρεχε πίσω μας  βρίζοντας, δε μας πρόλαβε.
Φύγαμε λοιπόν απ΄ το σπίτι , φύγαμε και περιπλανηθήκαμε. Ήμασταν σε άθλια κατάσταση, ματωμένες, με ρούχα σκισμένα, μας κοίταζ΄ ο κόσμος στους δρόμους.  Κλαμμένες, μυξιασμένες μας έβλεπαν, ποιος ξέρει τι σκεφτόντουσαν. Να κουβεντιάζουμε πώς θα εκδικηθούμε τη μάνα μας, αυτό μόνο. Τη μάνα τη σκύλα. Ήμασταν κι άψιλες, όπως πάντα άλλωστε. Πήγαμε στο νεκροταφείο, στον τάφο του πατέρα μας, κλάψαμε  και τον βρίσαμε κι αυτόν που παντρεύτηκε τη μάνα και γίναμε εμείς να βασανιζόμαστ΄ έτσι. Πριν το βράδυ, μάς βρήκ΄ η αστυνομία να περιπλανιόμαστε στην Ομόνοια και μάς πήγε σπίτι. Παρακαλέσαμε τους αστυνομικούς να μη μας γυρίσουνε πίσω, τίποτ΄ αυτοί. Τα χάλια μας τα βλέπανε, τίποτα. «Πρέπει να γυρίσετε σπίτι, μη δίνετε αφορμές, η μάνα είναι πάντα μάνα»- τέτοιες μαλακίες. Και μας φέρανε σπίτι. Στο σπίτι τώρα, κι άλλο ξύλο. Που είχαμε φύγει. Και για να μην ξαναφύγουμε. Και που κλαίγαμε. Πέσαμε στο κρεβάτι μια δυο μέρες να συνέλθουμε απ΄ τα πολλά πρηξίματα. Παρηγορούσαμε η μια την άλλη και λέγαμε «πού θα πάει, δε θα μεγαλώσουμε;». Μα κείνο το παλιομήλο, τόσα χρόνια έχουνε περάσει, ακόμα το θυμάμαι. Το ίδιο κι η αδερφή μου. Χειρότερα από το παρκέ, αυτό.
Η σχέση της με τη γειτονιά δε χάλασε. Το θεωρήσανε, φαίνεται, έκτακτο περιστατικό. Ή δε θέλανε να βλέπουνε, δε θέλανε να ξέρουνε. Κάνανε πως δεν καταλαβαίνανε. Κάτι δάσκαλοι και κάτι καθηγητές που βλέπανε τα σημάδια και καταλαβαίνανε και κάνανε να της μιλήσουνε, τους απείλησε και τους έβρισε να μην ανακατεύονται Η καλύτερή μας ήταν όταν πέθαινε κανείς στη γειτονιά ή στο σόι. Πήγαινε η μάνα μας στο ξενύχτι του νεκρού, πάντα πήγαινε, κι εμείς ξεφαντώναμε. Γειτονιά η Αθήνα τότε- και εντελώς γειτονιά η Ακαδημία Πλάτωνα. Ξενυχτάγανε το νεκρό στο σπίτι, στο κρεβάτι ή στο τραπέζι. Πηγαίναμε κι εμείς για λίγο, βλέπαμε. Μα αυτή έμενε όλη νύχτα. Περιμέναμε πώς και πώς όταν ήτανε κανένας ετοιμοθάνατος. Να πεθάνει αυτός, να γλεντήσουμε μεις. Φεύγαμ΄ απ΄ το σπίτι, αιωνίως άψιλες, αιωνίως με οτοστόπ. Δεν ξέρω αν κάνανε άλλοι, άλλα κορίτσια, οτοστόπ μέσα στην Αθήνα, πάντως εμείς κάναμε. Όλη νύχτα. Το κάναμε και το ξανακάναμε, ποτέ η μάνα μας δε γύρναγε από τον πεθαμένο αν δεν ξημέρωνε. Ειδικά το χειμώνα ήταν καλύτερα, οι νύχτες ήταν πολύ μεγάλες. Φεύγαμε. Πήγαμε σε κάτι καφετέριες που είχαμε ακούσει στο σχολείο, σε κάτι ντισκοτέκ, σε μέρη μακρινά, ούτε τα θυμάμαι. Μας κερνάγανε οι άντρες, γλεντάγαμε. Θα ΄χαμε κάνει πεντέξι φορές αυτή τη δουλειά. Μας κολλάγανε βέβαια οι άντρες, αλλά δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, είχαμε συνηθίσει. Λέγαμε «αμάν να πεθάνει κάποιος, να βγούμε λίγο έξω». Αυτό που κάναμε, δεν το κατάλαβε ποτέ η μάνα μας. Ούτε μεγάλες δεν της το είπαμε. Έτσι μαθαίναμε τον έξω κόσμο, με τους θανάτους των άλλων. Πώς λένε «ο θάνατός σου η ζωή μου;». Ε, αυτό εμάς μάς πήγαινε γάντι.
Μια φορά όμως την πατήσαμε. Κάτι τύποι  μας πήραν με τ΄ αμάξι από τη Λένορμαν, μας πήγαν σ΄ ένα πάρτι, καλά περάσαμε.  Όταν τέλειωσε το πάρτι, πιωμένοι, μας πήγανε και μας βιάσανε σε κάτι χωράφια. Πολύ σκληρά. Μου κάνανε τα πάντα. Δεν αντιστάθηκα  καθόλου, τι να πω, να με χτυπήσουνε και να με σημαδέψουνε, πώς θα δικαιολογιόμουνα  το πρωί στη μάνα; Έβλεπα δίπλα που βιάζανε την αδερφή μου. Πιο πολύ άκουγα. Ούτε κι αυτή μίλαγε, τις ίδιες σκέψεις σίγουρα έκανε. (Έτσι συνεννογιόμασταν πολλές φορές με τη Σταυρούλα, με τη σκέψη, άντε και με τα μάτια, χωρίς λόγια πια. Τι να τα κάναμε;). Γυρίσαμε σπίτι, αυτοί μάς γύρισαν. Αυτοί οι ιδιοι που μας βιάσανε. Όταν μας άφησαν, κάναμε πως μπαίναμε σ΄ ένα άλλο σπίτι, να μη δούνε πού ακριβώς μέναμε. Μόλις έφυγε τ΄ αυτοκίνητό τους, περιμέναμε λίγο, και μετά πήγαμε πιο πέρα, στο δικό μας σπίτι.
Είχε πιάσει να ξημερώνει. Νιώθαμε βρόμικες, αηδιασμένες. Είχαμε και τα αίματα και τα χύσια. Πλυθήκαμε, καθαριστήκαμε, φτιαχτήκαμε. Μετά κάναμε πώς κοιμόμασταν, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Χειρότερη θα ΄ταν η μάνα μας από το βιασμό. Ευτυχώς σαν ήρθε δεν κατάλαβε τίποτα. Είχαμε τραβήξει βιασμό, αλλά το ΄χαμε και μυστικό. Υποχρεωτικά. Μεγαλώνοντας και μιλώντας μ’ άλλα κορίτσια, ανακάλυψα ότι δεν ήτανε και τόσο σπάνιο αυτό το μυστικό. Πολλές το πάθανε, λίγες το είπανε. Κι οι πιο πολλές από φίλους και γνωστούς. Κι από συγγενείς μάλιστα. Άσε οι απλές ασέλγειες, αυτές κι αν είναι. Πάντως, έτσι άρχισ΄ η σεξουαλική μας ζωή, άσχημα κι άδοξα. Δεν ξέραμε  τίποτα, δεν ξέραμε τι ΄ναι το φιλί. Και κατευθείαν μας βιάσανε. Το ίδιο και την αδερφή μου. Τουλάχιστον δε μείναμε έγκυες, που θα μπορούσαμε. Κουσούρι ευτυχώς  δε μου άφησε. Και τους γκόμενούς μου τους είχα αργότερα και σεξουαλικά καλά πέρασα (και περνάω)  κι όλα τα καλά.  Όλα αυτά γίνανε επί Παπαδόπουλου, ήμουνα τότε Πέμπτη Γυμνασίου, 16 στα 17.
Τον επόμενο χρόνο που τέλειωσα το Γυμνάσιο, η μάνα μ΄ έδιωξε απ΄ το σπίτι. Μου ΄πε «κόψ΄το λαιμό σου, υποχρέωση δε σου έχω καμιά. Είσαι 18 χρονώ». Πήρα τα ρούχα μου, χαιρέτησα με κλάματα τη Σταυρούλα και πήγα στης Μαρίας. Με δεχτήκανε με χαρά. Τότε για πρώτη φορά έβαλα σερβιέτα. Στη μάνα δεν ξαναμίλησα για πολλά  χρόνια. Δούλεψα δυο δουλειές και πλήρωνα βραδινό φροντιστήριο, να δώσω εξετάσεις. Αργότερα νοίκιασα ένα υπόγειο, το πρώτο κατα-δικό μου σπίτι. Σιγά σιγά το επίπλωσα. Βόηθησε κι η Μαρία. Με τη Σταυρούλα συναντιόμασταν κρυφά. Πήγαινα κι εγώ τώρα στο σχολείο και τη χαρτζηλίκωνα, και κάναμε σχέδια. Ερχόταν κι η μεγάλη με τ΄ ανίψια μας. (Εκείνο το σχολείο στον Αγιώργη του Πλάτωνα, πόσες και πόσες συναντήσεις μας δεν είχε δει τόσα χρόνια. Όλο εκεί συναντιόμασταν οι τρεις αδερφές. Στα κάγκελα). Η μικρή είχε γίνει ολόκληρη κοπέλα, ψηλή, όχι κοντούλα σαν εμένα, κι η μάνα δεν της σήκωνε χέρι εύκολα.
Εγώ μπήκα στην Ανωτάτη Εμπορική, σπούδασα, δούλεψα λίγο λογίστρια, τα παράτησα. Δε μ΄άρεσε καθόλου. Μπήκα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, πολιτικός υπάλληλος, μ΄ εξετάσεις. Λέγανε ότι ένα 10% σ΄ όλα τα Υπουργεία έμπαινε χωρίς κομματικό μέσο. Ε, σ΄ αυτό το 10% ήμουνα κι εγώ. Επί Νέας Δημοκρατίας, μετά τη μεταπολίτευση. Διάβασα πολύ και μπήκα. (Γυρνάω τώρα πίσω πάλι, μη μπερδευτείς). Λοιπόν, τον άλλο χρόνο, μόλις τέλειωσε κι η Σταυρούλα το σχολείο, έφυγ΄ από μόνη της. Δούλεψε, βρήκε το δρόμο της. Παντρεύτηκε κι αυτή, έχω κι άλλα τρία ανίψια από κει. Εκείνη δεν ξαναμίλησε ποτέ στη μάνα, το ΄πε και το ΄κανε. Πο – τέ. Στο μεταξύ, πέθανε κι η Μαρία, επίσης καρκίνο, με καλπάζουσα εξέλιξη. Όπως κι η πρώτη Ελπίδα. Όπως ο πατέρας. Καρκίνο στη μήτρα. Και λένε μερικοί ότι δεν υπάρχει κληρονομικότητα στον καρκίνο. Χαζομάρες. Υπάρχει και παραϋπάρχει. Κι εμείς το περιμένουμε, δε θα μου φανεί περίεργο. Κι η Σταυρούλα και γω. Περίεργο μου φαίνεται που πάτησα τα 50 και δεν έχω πάθει.
Μείναμε μόνο οι δυο μικρότερες αδερφές, κατάλαβες; Μη μπερδεύεσαι, σε βλέπω πώς με κοιτάς: απλό είναι, οι δυο μεγάλες πεθάνανε κι οι δυο μικρές ζούμε. Ελπίδα πρώτη και Μαρία πεθάνανε, Ελπίδα δεύτερη και Σταυρούλα ζούμε. Η μάνα σκληρή, τα κατάπιε όλα. Ούτε δάκρυ στην κηδεία της Μαρίας. Ούτε καν τη νεκροφίλησε, που εμείς είχαμε πλαντάξει στο κλάμα. Τυπικά μόνο συλλυπήθηκε το γαμπρό και τα εγγόνια της. Στην κηδεία μιλήσαμε λίγο με τη μάνα οι δυο μας, πρώτη φορά μετά από πολύν καιρό. Μετά είπαμε να πάμε σε μια καφετέρια,  να τα πούμε σαν άνθρωποι. Η Σταυρούλα δεν ήρθε στην καφετέρια. Εγώ πήγα, κάτσαμε. Στην πρώτη διαφωνία  –τι διαφωνία, του κώλου διαφωνία, κάποιο μικροπράμα ήτανε, πώς κρατάω το ποτήρι ή κάτι παρόμοιο– η μάνα αρπάχτηκε. Σήκωσε χέρι μες στην καφετέρια, μες στον κόσμο και με χτύπησε, μα σήκωσα κι εγώ αστραπιαία και τη χτύπησα κι εγώ. Πιο δυνατά. Δεν τόλμησε να συνεχίσει. Θυμάμαι την έκπληξη, τον τρόμο στα μάτια της. Είχε παραμεγαλώσει, είχα μεγαλώσει κι εγώ, είχε περάσει πια η μπογιά της. Δεν την έπαιρνε. Σηκώθηκε κι έφυγε κατακόκκινη.
Όσο έκλαψα για τη Μαρία, δεν έχω κλάψει ποτέ και για τίποτα στη ζωή μου. Όλα τ΄ άλλα να τα βάλω μαζί, το κλάμα της Μαρίας δεν το φτάνουνε. Φόρεσα τα μαύρα τρία χρόνια, σα χήρα.  Καλή τρυφερή μεγάλη αδερφή. Καλή και γλυκιά μάνα με τα παιδιά της. Κι ο άντρας της την αγαπούσε πολύ, δεν ξαναπαντρεύτηκε. Τα παιδιά βέβαια, μεγάλα πια τώρα.
Πέντε χρόνια πριν, έπεσε το ασανσέρ σε μια πολυκατοικία που είχα πάει επίσκεψη. Ήμουνα μόνη μου μέσα, τσακίστηκα. Νοσοκομεία, εγχειρήσεις, νάρθηκες, βαρίδια, βίδες, φυσιοθεραπείες. Όλο το πακέτο. Τρία χρόνια ταλαιπωρήθηκα. Μου μείνανε αυτά σημάδια που βλέπεις στο μέτωπο και στο λαιμό, κι άλλα πολλά που δε φαίνονται. Και δυσκολεύομαι λίγο να κουνάω το δεξί μου χέρι, αν το πρόσεξες. Οι γιατροί είπανε πως όταν γεράσω, θα βγει μεγάλο το κουσούρι αυτό στην άρθρωση. Η Σταυρούλα μού στάθηκε, έτρεξε, βόηθησε. Το ίδιο κι ένας γκόμενος που είχα τότε, κάποιος Μάνος. Η μάνα τίποτα- μπορεί να μην το ΄μαθε καν. Σάμπως μιλιότανε και με κανέναν. Έγινε αστικό δικαστήριο, φταίγανε βέβαια οι κατασκευαστές και οι συντηρητές. Με την αποζημίωση απ΄ το δυστύχημα πήρα το διαμέρισμα που μένω, στο Βοτανικό. Πήρα και σύνταξη απ΄ το Υπουργείο, μειωμένη βέβαια.
Πρόπερσι η γριά αρρώστησε κι αυτή με τη σειρά της –μη ρωτήσεις, καρκίνος φυσικά– και μπήκε στο νοσοκομείο. Δεν είχαμε μιλήσει απ΄ την κηδεία της Μαρίας. Κι  εγώ κουβάλαγα ενοχές. Ποτέ όχι δε με κανάκεψε, όχι  δε μου φέρθηκε σαν παιδί που ήμουνα, όχι δε μου γλυκομίλησε, ούτε καν μια κανονική, φυσιολογική συμπεριφορά δεν είχε. Μια φορά δε θυμάμαι, μια φορά, μια φορά μονάχα να μ΄ αγκάλιασε, να με χάιδεψε, να με φίλησε, που ακούω από άλλους. Σα μάνα. Όπως τ΄ άλλα παιδιά. Μια φορά, καμιά φορά. Η σκύλα. Κουβάλαγα όμως ενοχές. Γιατί δεν ξέρω. Αδικαιολόγητο. Ίσως επειδή σκεφτόμουνα ότι μέσα στην τρέλα της και τη τζαναμπετιά της ήτανε τελικά κι αυτή μόνη της.
Πήγα σε  ψυχολόγο, πρώτη φορά στη ζωή μου. Αυτός  μου ΄πε «εσύ τι θες να κάνεις μέσα σου και γιατί», δε με βόηθησε. Αφού δεν ξέρω τι θέλω,είμαι μετέωρη, άμα ήξερα δε θα σε ρώταγα. Βλάκα. Πήγα και σε μια γυναίκα ψυχολόγο, τα ίδια: «οι απαντήσεις είναι μέσα σου, θα σκάψουμε και με τον καιρό θα τις βρούμε, εσύ μόνη σου θα τις βρεις». Βλακείες. Μέχρι να με βάλουνε οι ψυχολόγοι να βρω μόνη μου την απάντηση τι να κάνω, η μάνα μου θα ΄χε πεθάνει. Ήθελα άμεση απάντηση. Ρώτησα φίλους, φίλες. Όλοι σχεδόν μου ΄πανε, «πεθαίνει η μάνα σου, ρίξε νερό στο κρασί σου». Συμβουλέψανε  να τα βρούμε, να κάνω χαζές υποχωρήσεις. Έκανα και τα βρήκαμε. Πρώτη φορά μιλάγαμε πολλή ώρα δίχως φωνή και βία, αυτή αδύναμη βέβαια, κι αργότερα εντελώς τέζα, στο κρεβάτι. Και να ΄θελε, δε μπορούσε να φωνάξει.  Τη φρόντιζα, την τάιζα, την ξεσκάτωνα, την ξενύχταγα, την καθάριζα τόσους μήνες στα νοσοκομεία και στο σπίτι μέχρι να πεθάνει. Όταν το ΄πα στη Σταυρούλα (εκείνη δεν ήρθε ποτέ στο νοσοκομείο), τσαντίστηκε: «Τι την ταϊζεις, βρε Ελπίδα; Ξεχνάς τι μας έκανε;». Τώρα, τι να πω; Μπορεί εγώ ν΄ αποζητούσα έναν καλό λόγο της μάνας, έστω και στο τέλος. Μπορεί να πήγαινα επειδή είχα περάσει πρόσφατα τα δικά μου νοσοκομεία με το δυστύχημα, και ήξερα τη γλύκα. Μπορεί η  μεγαλοψυχία να ΄ταν η εκδίκησή μου. Μπορεί απλώς έτσι να ΄πρεπε να κάνω κι έτσι έκανα. Ή μήπως είχε δίκιο η αδερφή μου; Δεν ξέρω. Κάτι σαν «ευχαριστώ» μού είπε βέβαια η μάνα, σου τονίζω,   κ ά τ ι    σαν «ευχαριστώ», όχι κανονικό «ευχαριστώ», μισό κι αυτό, μα ποτέ μια συγνώμη για τα παλιά, μια εξήγηση γι΄ αυτή τη συμπεριφορά. Δε μιλάμε για τύψεις της και αυτοκριτική, ήτανε πολύ σκληρή, σκληρή και με τον εαυτό της και με τον καρκίνο της. Πάντως εγώ τής στάθηκα ως το τέλος, την κήδεψα, την έκλαψα, μαυροφόρεσα και γι΄ αυτήν. Ένα χρόνο μόνο. Αλλά μαυροφόρεσα. Η Σταυρούλα ούτε στην κηδεία ήρθε, βράχος. Καλά έκανε. Έτσι καταλάβαινε, έτσι έκανε. Τα παλιά δεν ξεχνιούνται. Καλά έκανε.
Εγώ φυσικά παιδιά δεν έκανα-  δε θέλησα, δεν έτυχε, δεν τόλμησα; Το σκέφτηκα μερικές φορές βέβαια. Τώρα πια μεγάλωσα. Και να θέλω δε μπορώ. Εγώ θυμάμαι τα δικά μου παιδικά χρόνια και με πιάνει τρέμουλο. Ξέρω φυσικά ότι δε θα φερόμουνα έτσι στα παιδιά μου- θα ΄μουνα όμως καλή μάνα; Δεν αρκεί να μην τα δέρνεις, χρειάζονται και πολλά άλλα. Ήμουνα ΄γω κατάλληλη όμως, μετά απ΄ όσα είχα τραβήξει τότε; Δεν ξέρω. Ούτε ο ψυχολόγος ήξερε, «ό,τι θες εσύ», μου ΄λεγε ο έξυπνος. Κι αν του ΄λεγα μια γνώμη, «καλά λες», μου ΄λεγε. Αν του ΄λεγα άλλη γνώμη, πάλι «καλά λες» μου ΄λεγε. Σώθηκα με τέτοιες συμβουλές, εμένα μου λες. Ηλίθιε. Καιρό τώρα τους έχω κόψει κι αυτούς. Μόνο τα δυο σκυλάκια και τους φίλους μου έχω».
*
Από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις».
*
© Δημήτρης Φύσσας -A’ αποκλειστική, διαδικτυακή ή άλλη, Εμφάνιση.
photo by Mario EA -Creative Commons –adapted by Stratos Fountoulis

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία