Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τ΄ ανυπόταχτο βήμα


Αγαπημένε Μπέρτολντ από τα μαύρα δάση

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ μοιάζει να επιβεβαιώνει πρόθυμα εκείνη τη διαπίστωση που θέλει την τέχνη να στέκει στο πλευρό της Εύας. Η έννοια της δημιουργίας, η θηλυκή προοπτική, η μήτρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που γεννά και γεννιέται μες στην πιο βαθιά και τρυφερή έκφανση της ανθρωπιάς μας. Ο Μπρεχτ, τιμημένος με την πίκρα της εξορίας και την πολιτική εκείνη αγωνία που σε λίγους μονάχα κυριαρχεί και ορίζει τη ζωή τους, αντικρίζει στον ίδιο τον κόσμο το μητρικό εκείνο υλικό από το οποίο τρέφονται οι κοινωνίες και οι εξελίξεις. Διακριτικός στον πυρήνα της συλλογιστικής του, διατυπώνει μες στο ποιητικό σώμα, σε επίπεδα πολλαπλά τις ανθρώπινες, τις αιώνια δικαιωμένες αξίες του. Στην ποιητική δειγματοληψία του Μάριου Πλωρίτη, πέρα από τις μεταφραστικές απόπειρες, οι οποίες διαθέτουν με διαύγεια αμείωτο το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας, διαπιστώνονται η κριτική στάση του ποιητή για την αστική πραγματικότητα που αναγεννιέται τη νέα χιλιετία. Και έτσι αναγνωρίζει μες στην πικρή ιστορία της παιδοκτόνου Μαρία Φεράρ που με τόση ένταση και απανθρωπιά δολοφόνησε το δυο μηνών παιδί της, την απελπισία, την αμείωτη αγωνία του ανθρώπου, τη μοναξιά του σύγχρονου εργάτη που δίχως καμιά προοπτική εξαντλεί τη δυστυχισμένη ζωή του. Ο Μπρεχτ αναγνωρίζει στην περσόνα της Φεράρ μια αφορμή για να αξιολογηθεί η εποχή μας, ένας καιρός δίχως τρυφερότητα, μια εποχή ανύπαρκτων ευκαιριών, η αστάθμητη εποχή που πλησίαζε και ήταν στα μάτια και την ψυχή μονάχα λίγων ριζωμένος ο φόβος της αδικίας. Στη μορφή της παιδοκτόνου, στην αγαπημένη όψη της νεκρής μητέρας που στοιχειώνει τη μνήμη του ποιητή, σε τέτοιες γωνιές υφίσταται η μυστική λύπη, ένα υπόστρωμα κάτω και πέρα από τον ανυπότακτο κυνισμό των ποιητικών σωμάτων. Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, αναγνωρίζει στο μέλλον την όψη του ανθρώπου που καραδοκεί, κατώτεροι οι θεοί και τα οράματα, υπαίτιοι μονάχα εκείνοι για τις αδυναμίες και τις απρέπειες του καιρού μας, φοβεροί θεοί που απέμειναν υψηλά σύμβολα μες στα ρωμαϊκά μνημεία, στις ιουδαϊκές συναγωγές, στα επιβλητικά ρύγχη των αναγεννησιακών ναών. Οι θαλασσινές πολιτείες, τα χιόνια στη σκεπή, οι γυναίκες, το άρωμα των ώριμων μήλων στο κελάρι, οι αναγεννημένες αισθήσεις, όλα τούτα πράγματα και ονειροπολήσεις καταργημένες στα καινούρια, ασφάλτινα χρόνια, με τη μαιναδική επιστημοσύνη να φλέγει τις άπειρες στις νέες τοπογραφίες ζωές. Οι αιώνες πριν την ποιητική διατύπωση του Μπρεχτ, με τις ανακατατάξεις, τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς τους τίποτε δεν δίδαξαν τον άνθρωπο, μήτε την ιερογλυφική ιερότητα της ύπαρξής του, την έννοια του δίκαιου και την υποχρέωση ενός απαραβίαστου αγώνα. Όλες οι ελπίδες μορφές ριγμένες, ο Αχιλλέας, η μυθική Μέδουσα, η όψη του Πρωτέα, παλλαϊκοί πια χαρακτήρες στις καινούριες μας ασπίδες. Δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί η ιδιότητα του ενδεικτικού στις ποιητικές κρίσεις του Μπρεχτ, μια κρίση ευθεία και περιεκτική της ιστορικής αγωνίας.

   Αγαπημένε φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, εσύ ανήκεις πια στους ρομαντικούς, με οράματα αρχαία και φόβους αδύναμους, το ιερό βάρος που σήκωσες μονάχος, τόσους αιώνες σε εξορίες, όπως τα πολωνικά παιδιά της ποίησής σου που τραβώντας κατά το νότο θα βρουν το θάνατο. Αγαπημένη φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, μαρμαρωμένος σαν νεκρός, με την ιδεολογία της ανθρωπιάς ριγμένα φύλλα στους ενταφιασμούς σου, νεκρός στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο, στο Εκουαδόρ, με την Ρόζα ο ποιητής αγκαλιασμένοι στις μεγάλες λεωφόρους, προτού χαθεί το ανυπόταχτο κορμί της, ο Μπέρτολντ ανασαίνοντας κρύο άνεμο στα πιο σκοτεινά δάση, οιωνοσκόπος, μες στους κατάλληλους φωτισμούς των παγκόσμιων θεάτρων. Αγαπημένε Μπέρτολντ, απελπισμένος μες στους κύκλους, κιμωλία στα αυλακωμένα μάτια σου, μάτια καλού στρατιώτη, χιόνια στο Μανχάταν και ο σοσιαλισμός που πνίγεται μες στα φώτα νέον και τις τυχοδιωκτικές μαρκίζες. Αγαπημένε Μπρεχτ, φίλε παλιέ και τίμιε ξοδεμένε στις χιλιόχρονες εξορίες στα αποστολικά σου κηρύγματα, αχνό φως μες στα τρομερά σκοτάδια, μοιάζει πως έληξε πια η εποχή σου. Και όμως, εσύ με μια από εκείνες τις θολές όψεις καταφτάνεις μέσα από τα συντρίμμια του παλιού μας κόσμου, οπλισμένος με στίχους λεπίδες, φυτεμένα στο στόμα σου και μες στα χέρια που φλέγονται, φλέγονται τα χέρια σου φίλε Μπέρτολντ, ένας άγιος των ορθόδοξων εργατών, ένας προφήτης με τα γυμνά του πόδια και τα στρατιωτικά αμπέχονα  όλο χιόνι στις πλάτες του ο Μπέρτολντ, παράξενες οδοσημάνσεις, ακατανόητες πια Μπέρτολντ, μα καθώς φτάνεις, πελώριος με την αλήθεια σου στα χέρια, μικρό, ελπιδοφόρο παιδί και εμείς κοιτούμε πίσω μας τα αγαπημένα ηρωικά κοπάδια των εργατών, νεαροί αγρότες με χώμα μες στα νύχια και μες στα στόματα, εσύ Μπέρτολντ πελώριος, ασύρματος να πιάνεις επαφή με τις δικές μας, ακραίες στιγμογραφίες, γνωρίζοντας σε βάθος και σε ουσία την ανθρώπινη γεωγραφία. Μπέρτολντ Μπρεχτ, χαραγμένη πάνω στη γλώσσα σου και αληθινά πορφυρό, κόκκινο αγκάθι, αδίσταχτο μες στα μάτια σου και τα δικά μας μάτια, η όψη σου με το κεραμίδι στα χέρια, να δείχνεις συγκινημένος πώς ήταν κάποτε τα σπίτια μας.

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία