Κωνσταντίνος Μάντης: Σαρλ Μπωντλαίρ «Μεθύστε»

mantis21.11.16

fav_separator

Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.
Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.
Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι∙ και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: «Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε.»
[Μετάφραση: Στέργιος Βαρβαρούσης]

Αντλημένο από τη συλλογή πεζών ποιημάτων «Η μελαγχολία του Παρισιού» (Le Spleen de Paris), το «Μεθύστε» κέρδισε την εύνοια του αναγνωστικού κοινού, μιας και αγγίζει ένα ευαίσθητο για πολλούς ανθρώπους θέμα∙ το πέρασμα του χρόνου και την οδυνηρή αίσθηση πως η ζωή κυλά γρήγορα φέρνοντας μόνο φθορά και επιπλέον προβλήματα. Η ανάγκη των ανθρώπων να νιώσουν πως ζουν πραγματικά και πως ξεφεύγουν, έστω και πρόσκαιρα, από τα στενά όρια του περιορισμένου τους βίου, βρίσκει την απάντησή της στην προτροπή του Μπωντλαίρ να μεθούν «χωρίς ανάπαυλα». Ο ποιητής, μάλιστα, δεν συνδέει τη μέθη αποκλειστικά με το κρασί, που αποτελεί την εύλογη, ίσως, επιλογή, αλλά διευρύνει σημαντικά την έννοια αυτής της κατάστασης συσχετίζοντάς την με την ποίηση και την αρετή.

«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.»

Ο μόνος τρόπος, σύμφωνα με το κέλευσμα του ποιητή, προκειμένου να μη αισθάνονται οι άνθρωποι το συντριπτικό φορτίο του Χρόνου, που μέρα με τη μέρα τους καταβάλλει όλο και περισσότερο, μέχρι που τους λυγίζει πλήρως, είναι να βρίσκονται διαρκώς σε κατάσταση μέθης. Η νηφάλια θέαση της ζωής αφήνει διαρκώς ορατή και συνειδητή την πορεία της φθοράς που ακολουθούν -αναπόφευκτα- οι άνθρωποι, γεγονός που τους πικραίνει υπέρμετρα, εφόσον γνωρίζουν και νιώθουν πως κάθε επόμενο βήμα τους τούς φέρνει ακόμη πιο κοντά στο τέλος τους. Η νηφαλιότητα, που θα πρέπει να γίνει αντιληπτή, ως μια δίχως αντιστάσεις και αντίβαρα παράδοση στη ροή της καθημερινότητας και στις πολλαπλές υποχρεώσεις της ζωής, αφήνει τους ανθρώπους εκτεθειμένους στην αίσθηση πως ματαιοπονούν, μιας και καμία από τις τετριμμένες πράξεις του καθημερινού βίου δεν είναι ικανή να ξεπεράσει τη στάθμη του ασήμαντου. Μοιάζει κατ’ αυτό τον τρόπο η ζωή τους να αναλώνεται σε διαρκώς επαναλαμβανόμενα, ανούσια καθήκοντα που όχι μόνο δεν προσφέρουν κάποια αίσθηση πληρότητας, αλλά σφραγίζονται, πολύ περισσότερο, από τη βεβαιότητα πως αποτελούν μια χωρίς νόημα σπατάλη πολύτιμου χρόνου.

Η μόνη επιλογή, επομένως, για να μην υποφέρουν οι άνθρωποι από τη σκέψη πως κάθε μοναδικό λεπτό της ζωής τους που περνά είναι κι ένα ακόμη λεπτό που δεν μπορούν με τίποτε να το επανακτήσουν, είναι το να βρίσκονται συνεχώς σε κατάσταση μέθης.

«Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.»

Η μέθη μπορεί να διαφυλάξει τους ανθρώπους από το βάρος της διαρκούς επίγνωσης πως ο περιορισμένος χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους περνά με αδιάκοπη ροή, καθώς θέτει ένα προφανές εμπόδιο στη λογική και νηφάλια αποτίμηση της τρέχουσας πραγματικότητας. Ο άνθρωπος που έχει μεθύσει χάνει την αίσθηση του χρόνου και περιέρχεται σε μια κατάσταση αγνής ευδαιμονίας που πηγάζει από το γεγονός πως παύει να τυραννά το μυαλό του με τις πλείστες εκείνες σκέψεις της αυστηρά λογικής επεξεργασίας των δεδομένων του βίου και της υπόστασής του. Μια εξαίρετη περιγραφή της μέθης, της διονυσιακής εκείνης μέθης που οφείλεται στο κρασί, μας δίνει ο Νίτσε στο έργο του «Η γέννηση της τραγωδίας»: «Ο σκλάβος λευτερώνεται και γκρεμίζονται τώρα όλοι οι άκαμπτοι κι εχθρικοί φραγμοί, που η αναγκαιότητα, η αυθαιρεσία ή η «αναίσχυντη μόδα» ύψωσαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Στα πλαίσια αυτά τούτου του παγκόσμιου ευαγγελίου της αρμονίας, ο καθένας νιώθει τον εαυτό του όχι μονάχα ενωμένο, συμφιλιωμένο, συγχωνευμένο με τον πλησίον του, μ’ ακόμα ταυτόσημο με το συνάνθρωπό του, σαν να σκίστηκε το πέπλο της Μάγιας και σα να κυματίζουν πια μονάχα τα κουρέλια του γύρω στο μυστήριο της αρχέτυπης Ενότητας. Ο άνθρωπος δείχνει με τα τραγούδια του και τους χορούς του πως είναι μέλος μιας ανώτερης κοινότητας, ξέμαθε το λόγο και το βάδισμα, κι είναι έτοιμος ν’ ανοίξει τα φτερά, να πετάξει στους αιθέρες χορεύοντας. Οι χειρονομίες του φανερώνουν τον μαγεμένο. Καθώς τώρα τα ζώα μιλάν, κι η γη προσφέρει μέλι και γάλα, έτσι μια υπερφυσική πραγματικότητα προβάλλει χάρη σ’ αυτόν, νιώθει να ‘ναι θεός, βαδίζει σε κατάσταση έκστασης, ξεπερνώντας τον ίδιο τον εαυτό του, όπως εκείνοι οι θεοί που τους είδε να περπατάν στα όνειρά του. Ο άνθρωπος έπαψε να ‘ναι ο καλλιτέχνης, έγινε ο ίδιος έργο τέχνης.»

Ο ποιητής, ωστόσο, αναγνωρίζει ορθά πως παρόμοια αποτελέσματα μέθης μπορούν να προκύψουν κι από την ενασχόληση του ατόμου με την ποίηση. Το άτομο είτε ως δημιουργός είτε ως αφοσιωμένος αναγνώστης μπορεί μέσα από την ταυτόχρονα νοητική και αισθητική αυτή μορφή τέχνης ν’ απομακρυνθεί από τις έγνοιες του παρόντος και να περάσει σ’ έναν διαφορετικό κόσμο που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία της φαντασίας. Ο άνθρωπος ως ποιητής, ως δημιουργός, κατορθώνει να αποδεσμευτεί από τους περιορισμούς της λογικής και της πραγματικότητας και να αισθανθεί βαθιά μέσα του τη συγκλονιστική μέθη που προκαλεί η δημιουργική δύναμη∙ η δύναμη εκείνη που του επιτρέπει να ανασυνθέσει από το μηδέν νέους δικούς του κόσμους και να χαθεί σε αυτούς παρασυρμένος από το άπειρο των επιλογών που του προσφέρει η φαντασία του. Στον κόσμο της ποίησης ο χρόνος αποκτά νέες διαστάσεις, καθώς διαστέλλεται πολλαπλά, επιτρέποντας στον δημιουργό ή και στον αναγνώστη αναρίθμητες νοητικές πορείες στο παρελθόν ή σε πολυποίκιλες εκδοχές του παρόντος, μα και σε αμέτρητες εκδοχές του μέλλοντος, όπου καθετί μπορεί να βιωθεί ξανά και ξανά με διαφορετική κάθε φορά αίσθηση, αφού όλα μπορούν να λάβουν μια εντελώς νέα μορφή σε κάθε καινούρια επιστροφή.

Η δημιουργική μέθη που προσφέρεται σε αφθονία στον άνθρωπο χάρη στην τέχνη της ποιήσεως, δεν είναι, εντούτοις, η μόνη δυνατότητα διαφυγής από τα αυστηρά όρια του σύντομου ανθρώπινου βίου. Ο άνθρωπος μπορεί να αποδεσμευτεί από την ατομικότητά του και να δει τη δράση του να αποκτά μια εκπληκτικά διευρυμένη διάσταση, αν αφεθεί στη μέθη της αρετής. Η αφιλοκερδής διάθεση προσφοράς στους άλλους ανθρώπους, η εγκατάλειψη των εγωκεντρικών επιδιώξεων και η επιλογή να ζει κανείς όχι αναζητώντας μάταια την πρόσκαιρη προσωπική του ευχαρίστηση, αλλά επιδιώκοντας το ενάρετο εκείνο έργο που θα ωφελήσει τους πολλούς, είναι ένας έξοχος τρόπος για να δει τις πράξεις του να έχουν αντίκτυπο σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων και να νιώσει το καλό που προσφέρει να μεγεθύνεται καθώς περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο, και να διασπά έτσι ακόμη και τα άτεγκτα όρια του χρόνου.

Η μέθη της αρετής προκύπτει από την επίγνωση πως το κάθε όφελος που προσφέρεται στον άνθρωπο δίπλα μας προεκτείνεται πολλαπλά, αφού έχει ως αποτέλεσμα αφενός τη διάθεση να ανταποδοθεί με την πρώτη ευκαιρία και σε κάποιον άλλον, κι αφετέρου από τον πιθανό αντίκτυπο στους ανθρώπους που θα ακολουθήσουν βιολογικά εκείνον που πρώτος ωφελήθηκε. Η ανάμνηση της προσφοράς θα περάσει από τη μία γενιά στην άλλη, δωρίζοντας μιαν αναπάντεχη διάρκεια σε ό,τι φαινομενικά μοιάζει με μια στιγμιαία πράξη ή μια παροδική προσφορά. Πολύ περισσότερο, η μέθη της αρετής προκύπτει από τη βαθιά εκείνη αίσθηση ικανοποίησης πως ο χρόνος που έχει το άτομο στη διάθεσή του δεν δαπανάται για κάτι το τόσο ανώφελο όπως είναι η επίτευξη μιας εντελώς προσωρινής απόλαυσης, αλλά επενδύεται στην προσφορά ουσιαστικής βοήθειας στους άλλους ανθρώπους∙ επενδύεται στη διάδοση της καλοσύνης και της ανθρωπιάς, χαρίζοντας, όχι πια απλή ευχαρίστηση, αλλά εντελώς αναγκαία ευτυχία σε πολλούς ανθρώπους, για τους οποίους μπορεί να αποτελέσει την κομβική διαφορά ανάμεσα στην πλήρη εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας και στη ζωτική ενθάρρυνση να συνεχίσουν τον προσωπικό τους αγώνα.

«Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι∙ και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: «Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε.»

Η μέθη, βέβαια, όπως κι αν προκύψει, δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένη διάρκεια, εφόσον έχει διαρκή της αντίπαλο τη συνείδηση του ατόμου και τη θέληση της λογικής να λάβει εκ νέου τον έλεγχο. Έτσι, όποια στιγμή κι αν ξυπνήσει το άτομο αισθανόμενο πως δεν βρίσκεται πια υπό την ευεργετική επίδραση της μέθης ή πως είναι κοντά στη νηφαλιότητα, όπου κι αν βρίσκεται τότε, οφείλει να ρωτήσει οτιδήποτε γύρω του έχει τη δυνατότητα να μιλά ή να τραγουδά ή να κινείται -οτιδήποτε δηλαδή βρίσκεται κι αυτό υπό το κράτος του χρόνου, κι είναι σε θέση να αντιληφθεί τη βάναυση παντοδυναμία του ιδιότυπου αυτού δυνάστη-, τι ώρα είναι, κι είναι βέβαιο πως εκείνο θα του απαντήσει πως είναι ώρα να μεθύσει και πάλι!

Οτιδήποτε βιώνει την αίσθηση της κίνησης, όπως κι οτιδήποτε είναι θνητό, και μπορεί άρα να αισθανθεί το πέρασμα του χρόνου, είτε αυτό είναι ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί ή το ρολόι, γνωρίζει καλά πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος διαφυγής από την επώδυνη μέγγενη της θνητότητας και του χρόνου, πέρα από την ευλογία της μέθης. Κάθε ώρα, λοιπόν, είναι ώρα για να αφεθεί ο άνθρωπος στη λυτρωτική επενέργεια της μέθης, αδιάφορο αν πρόκειται για μέθη από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, μιας και μόνο η μέθη μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να λησμονήσει πως είναι ένας άθλιος σκλάβος του ανελέητου Χρόνου.

Αξίζει να σημειωθεί πως το επώδυνο της επίγνωσης πως ο μετρημένος χρόνος των ανθρώπων περνά με γοργό ρυθμό, έχει απασχολήσει κι άλλες φορές τον Μπωντλαίρ, όπως στο περίφημο ποίημά του «Το ρολόι» από τα «Άνθη του Κακού», όπου ο μεταλλικός αυτός υπηρέτης του χρόνου, παίρνοντας φωνή, χάρη στον ποιητή, προειδοποιεί με απόλυτη σκληρότητα τον άνθρωπο

«Esto memor, ω άσωτε! Remember! Μην ξεχάνεις!
(Όλες τις γλώσσες τις μιλεί ο ατσάλινος λαιμός μου.)
Θνητέ θεότρελε, οι στιγμές είναι ο ποταμός μου∙
μην τον αφήνεις να κυλά, χωρίς χρυσό να βγάνεις!»

*

Βιβλιογραφία:
Σαρλ Μπωντλαίρ «Η Μελαγχολία του Παρισιού», Μετάφραση: Στέργιος Βαρβαρούσης, Εκδόσεις Ερατώ.
Φρ. Νίτσε «Η Γέννηση της Τραγωδίας», Μετάφραση: Ν. Α. Κεφαλά, Εκδόσεις Γκοβόστη.
Μπωντλαίρ «Τα Άνθη του Κακού», Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης, Εκδόσεις γράμματα.

©Κωνσταντίνος Μάντης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, Mantis, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία, Ξένη Λογοτεχνία