Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το μυθιστόρημα της Κάτιας

Thiveos15.11.16
fav_separator

Κάπως έτσι
πάντα γράφονται
τα βιβλία της ζωής μας

Αντί εξωφύλλου

Και τώρα, με τελειωμένες όλες τις εκκρεμότητες, θα επιστρέψουμε στις παλιές μας μοναξιές.

Άλλος  στο μικρό δωμάτιο που τίποτε δεν συμβαίνει, άλλος στις δουλειές, τις αρρώστιες, τις αγωνίες, τα ξυπνήματα, τα παιδιά, προς θεού τα παιδιά.

Άλλος σε μια βρύση, πλάι στην κρήνη, στα φιλμ της εταιρείας Magnum που πια δεν υπάρχει. Μια ολόκληρη ζωή τυφλός, με τους αιώνες κρεμασμένους πάνω στο σκήνωμά σου. Μ΄αίματα και παγωμένα βλέμματα, ο μικρός Χριστός του λησμονημένου σου τάγματος διαβάζει τα ποιήματα μιας άλλης ζωής.

Χθες τηλεφώνησες απ΄την Μεσσήνη. Ήταν κάπως σπασμένη η φωνή σου. Ήσουν ανάμεσα στα μεταλλικά άλογα, έξω απ΄τα τείχη. Δεν σου είπα πως είχες ήδη πια γίνει ένα απ΄τα θαμμένα στρώματα της πόλεως.

Ξαφνικά μου ΄πες  χτυπούν οι συναγερμοί της θυέλλης και έτσι βιαίως όλα τ΄αποχωρίστηκες.

Ιστορία
Κάθε νύχτα όταν πια σήμαινε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, κάπως μυστικά από μικρούς δρόμους έφθαναν στο σπίτι της Κάτιας. Εκεί, στην αποθήκη του τελευταίου ορόφου, με το γυάλινο αστρικό βρίσκεται η σκηνή. Μια ξύλινη έδρα, το φόντο της μαγικής πόλης με τις κρήνες, τους φανοστάτες και τα ανθρωπόμορφα σπίτια, πνιγμένα στα τριαντάφυλλα. Ένα τραπέζι, δυο κουνιστές πολυθρόνες από βαμμένο, λευκό μέταλλο, χαμηλοί φωτισμοί. Ένας ολόκληρος, παλόμενος κόσμος αναππνέει πάνω απ΄τους σαράντα δύο δρόμους . Κορίτσια και αγόρια της σχολής των τεχνών ανέλαβαν τα σκηνικά και τη διακόσμηση, λανσάροντας μερικές απ΄τις πιο εξαίσιες τρυφερότητες του αιώνα μας. Φάροι και παράξενα νησιά και μορφές των παραμυθιών, η Αλίκη στην αγκαλιά ενός φανταστικού λέοντα, η Αριάδνη και η Αργώ και οι καθρέφτες με τα φεγγαρένια, τα ερωτικά πρόσωπα εκείνων των μυστικών συναντήσεων. Οι χειριστές ήταν τοποθετημένοι πάνω σε μια σιδερένια σκαλωσιά με λυμένους και επικίνδυνους αρμούς.

Η Κάτια και ο Νίκος άνηκαν για χρόνια στον θίασο της Λουκέρνης. Κατόρθωσαν να επισκεφτούν πολλές, μικρές πόλεις, ν΄απολαύσουν το χειροκρότημα του κοινού όταν τα φώτα άναβαν και ο κεραυνός που ζωντανεύει τις καρδιές μας πετούσε στην πλατεία. Ερωτεύτηκαν παράφορα απ΄την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. Εκείνος λάτρεψε όσο τίποτε τα βαθιά της μάτια και εκείνη, έμενε σιωπηλή με τις ώρες όταν ο Νίκος της αποκάλυπτε ιστορίες για τους πιο θρυλικούς σχοινοβάτες και γι΄αυτοσχέδια νούμερα δίχως προστασία στο έρημο κέντρο μιας πόλης, για τα μάτια ενός κοριτσιού. Περισσότερο όμως απ΄όλα η Κάτια αγαπούσε να της διαβάζει την ιστορία του λυπημένου παλιάτσου που κάθε βράδυ σκαρφάλωνε στη μικρή του σκάλα και καρφίτσωνε το φεγγάρι, παίρνοντας αναρίθμητες, λυπημένες πόζες. Τίποτε σαν τα βράδια που έκλεινε τα μάτια της και τον έβλεπε με αστραφτερά ρούχα και ημίψηλο να αφήνει τ΄άστρο στη δική του γνώριμη θέση. Τώρα η Κάτια και ο Νίκος έχουν κάπως γεράσει. Έφθασαν εδώ πριν μερικά χρόνια. Ήρθαν μαζί με τα καραβάνια των λαθραίων ανθρώπων που κατορθώνουν αδύνατα ταξίδια. Δούλεψαν για χρόνια στο δρόμο. Ο Νίκος, που διαθέτει ταλέντο στο σκίτσο ανέλαβε κάμποσες προσωπογραφίες.. Η Κάτια συμμετείχε σε μερικούς, ερασιτεχνικούς θιάσους, κερδίζοντας αμέσως τις εντυπώσεις με την αστείρευτη χάρη της. Η Κάτια, βλέπετε έδινε την καρδιά της σ΄αυτές τις πειραματικές σκηνές, κόπιαζε με κάθε τρόπο να κάνει την ποίηση μια υπόθεση για όλες τις αισθήσεις. Έτσι όπως χόρευε θα μπορούσε να πληγώσει κάποιον ανεπανόρθωτα. Η ωραία Κάτια που δεν είναι άλλο από μια ακόμη, χαμένη άγκυρα. Το μικρό σπίτι με την αυλή βρισκόταν στην περιοχή των παλιών εργοστασίων. Έτσι χαμηλό, όπως πρόβαλε ανάμεσα στα κοιμισμένα θηρία των βιομηχανιών έμοιαζε κάπως κωμικό, μα σ΄αυτά τα μικρά, τα ζεστά σπίτια κατοικούν αν δεν το ξέρετε τα ποιήματα.

Οι δυο τους ολόκληρα καλοκαίρια έφτιαχναν καλαμένιες σκεπές και καλησπέριζαν το κοινό που παρέμεινε πιστό στ΄ αστείρευτο ταλέντο τους. Εκείνη η πρώτη σκηνή κατεδαφίστηκε πριν χρόνια. Ολόκληρη η περιοχή ισοπεδώθηκε για να παραδοθεί στην ξέφρενη ανοικοδόμηση των νέων, εργατικών κατοικιών. Τότε η Κάτια και ο Νίκος ανακάλυψαν την αποθήκη αυτή και αποφάσισαν πως δεν θα υπάρξει ποτέ καταλληλότερο μέρος απ΄αυτήν την αίθουσα με το περίφημο αστρικό της, άλλες τόσες λεύγες πάνω απ΄την πλημμύρα ετούτης της πόλης. Οι φοιτητές που ως γνωστόν διανύουν την ακμή της φαντασίας τους, επισκέπτονταν την αποθήκη, ακόμη και όταν οι αρχές επέβαλαν τους περιορισμούς στην κυκλοφορία και άλλαξαν την παλιά σημαία με ένα ωραίο, εμπορικό σήμα, σαν αυτά που στολίζουν τους ανεμοδείκτες των καινούριων κατακόρυφων πόλεων όταν σηκώνονται ταχύτατα στο κέντρο. Οι φοιτητές κρατούν και απόψε την ανάσα τους καθώς οι ασάλευτες φιγούρες της σκηνής αργά ζωντανεύουν. Μια μεταξένια κλωστή Κάτια, μια κλωστή απ΄τους μίτους των παραμυθιών πάλλεται μες στο κενό. Το κορίτσι που σέρνει τα μέλη του απ΄την ανυπαρξία είναι η Λορελάι. Με ένα ταφταδένιο φουστάνι σε βαθύ, γαλάζιο χρώμα και καρφωμένους αστερίες από παλιά τερακότα και θραύσματα. Η Λορελάι που κατακτά κάθε νύχτα τη μικρή σκηνή φέγγει πιο όμορφη από ποτέ μπροστά από την εργατική πόλη που αστράφτει πέρα ως πέρα.Πιο όμορφη απ΄τη σκοτωμένη διασταύρωση, τις λάμψεις, τα πυροτεχνήματα και τους φανταστικούς καθρέφτες που στάθηκαν εμπόδιο ανάμεσά στους εραστές. Από πού έρχεσαι Λορελάι, ποια στροφή σε γέννησε, σε ποιο ποίημα δόθηκες απόψε, όμορφή μου Λορελάι. Δεν είναι ψέμμα όμως εκείνα τα βράδια σημάδεψαν τις ζωές μας. Εκείνα τα βράδια, έρχονται ξανά σαν οράματα για να μας βασανίσουν τώρα που η φαντασία μας καταστράφηκε, τώρα που εκείνη η σκηνή έχει πια τελειώσει και η Κάτια πεθαίνει μες στα παλιά βινύλια και τα βραβεία ενός καιρού. Ποτέ ξανά τα χρώματα που έπεσαν, τα ξεφτισμένα κοστούμια, το αίνιγμα εκείνου του μακρινού θαύματος.  Τώρα πια Κάτια σου γράφω από μια μεγάλη πόλη. Ζω στην καρδιά μιας μεγάλης μοναξιάς. Κρατώ στο μέσα των χεριών μου σφιχτά την άκρη εκείνης της μεταξένιας κλωστής που τάραξε τ΄όνειρό μου. Κάθε τόσο σε μια τυχαία διασταύρωση σε βλέπω να χάνεσαι, σε βλέπω μες στο αρχαίο σου φόντο που δεν άλλαξε. Όλες οι προσευχές, όσα γράφτηκαν στα φύλλα, όσα τραγούδια και ιδέες και αν καίγονται στους σαράντα δύο δρόμους,  είναι πράγματα Κάτια που σε αφορούν.

Επίλογος
Καλησπέρα Λορελάι. (Η μαριονέτα σέρνεται πάνω στη σκηνή, αργά και μεθοδικά ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας. Κάποτε τινάζεται  σαν ζωντανή απ΄τον παιδικό της ύπνο.)

 Λορελάι, χθες είδα ένα όνειρο.Θες να σου πω, έτσι δεν είναι; Ω, μα είναι κιόλας μια πολύ ωραία ανάμνηση. Ήμασταν λέει στις εξοχές, σε μια εποχή ακαθόριστη.

(ακούγονται στρατιωτικά βήματα, μια γυναίκα κάπως ηλικιωμένη και αινιγματική περνά απ΄τη σκηνή. Καθώς την διασχίζει οθόνες παίζουν  πίσω της εικόνες απ΄το φόντο του κόσμου μας που κάποτε υπήρξε.)

Βρεθήκαμε σ΄έναν τόπο με ωράιες, κουρτίνες, μ΄άνθη και κορίτσια. Εσύ με μάτια πεθαμένα από το χαμό, άϋπνη, χρόνια ολόκληρα κάτω στους βυθούς ανασύροντας σαν τα παιχνίδια του καλοκαιριού αναρίθμητους θησαυρούς Κάτια. Γύρω μας οι μουσικές και οι παλμοί και τα πλήθη, αχ εκείνα τα πλήθη με τα ματωμένα πουκάμισα, χοροί τραγικοί της Σρεμπρένιτσα, των Αθηνών, του Καϊρου, της Καλής Ελπίδας. Εσύ μες στο χιόνι, με τον πάταγο των μαλλιών σου και εγώ, εγώ που πια τίποτε από σένα δεν θυμάμαι μ΄όλων των εθνών τις στρατιωτικές στολές. Μ΄όλου του κόσμου τις γλώσσες στα χείλη μου, μ΄όλα τα σημάδια απ΄το χαμό και τις λύπες. Μύριζε καπνό και θυμάρι η γειτονιά και έτσι με βήματα μετέωρα σαν των κινηματογράφων περάσαμε για τελευταία φορά κάτω απ΄τα μπαλκόνια, τις διακοσμήσεις, τις ωραίες, αστικές λουνέτες που τους μέλει να γίνουν κάποτε αρχαιολογία. Οι γειτονιές με τους θαμώνες και τους περαστικούς σχημάτιζαν αψίδες με το τίποτε. Μονάχα για τα μάτια σου ανασαίνει τούτη η πόλη στ΄όνειρό μου Κάτια.Βαδίσαμε πολύ και πλάι στην κρήνη της λήθης αγαπηθήκαμε παράφορα. Μια άλλη διάσταση, κάπως τρυφερή και ακατόρθωτη μας αποκαλύφθηκε εκείνη τη μέρα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που μάθαινα να σ΄αγαπώ μ΄όλη τη φροντίδα του κόσμου, έστρεψες το βλέμμα σου και χάθηκες κάτω απ΄το νέον μιας πόλης αγνώριστης και μυστικής. Όρθιος μες στη θύελλα άκουσα τότε τη μουσική και όλο το παρελθόν μου έλαμψε εκεί, στην καρδιά της συνοικίας

Εκείνη η μεταξένια κλωστή πάει πια,  έσπασε. Το θέαμα σου σπάραζε την καρδιά. Η Κάτια, σαν άλλη Ζακλίν της οδού Ροντέν γινόταν μια απ΄τις ιστορίες της νύχτας.

*
©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Rue de la Tour, Paris 75116

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία