Κωνσταντίνος Μάντης: Yves Bergeret «Ο διπλανός σου στο λυκόφως»

mantis24.10.16
fav_separator
Να μπεις στο βλέμμα του,
να δεις το βλέμμα του:
ένας αλλότριος ουρανός,
που δεν υποπτευόσουν τους ανέμους, τα άστρα
ή έστω το όνομά του,
σκεπάζει την ταράτσα όπου κάθεσαι.

Δες, αυτός που κάθεται πλάι σου
ξαπλώνει συγχρόνως στη νύχτα
κάτω απ’ τα δέντρα κάποιου λόφου,
που μπορείς ακόμα να μαντέψεις στον ορίζοντα,
και σφίγγει γύρω από τους ώμους το μανδύα
μιας παλιάς σκέψης, παλιάς
που ακόμα τον ματώνει∙

στην ταράτσα λέτε λίγα λόγια,
κι ο άνεμος, που με την ακανόνιστη πνοή του
σας συντροφεύει,
είναι η παλίντροπη περιπλάνηση της ψυχής του
πάνω στην ταράτσα, χορταστική
σαν μια μπουκιά φρέσκο ψωμί,
και το γυμνό διάστημα που μας βαραίνει μ’ όλα του τα μάγια,
που τυλίγει και ξετυλίγει όνειρα, λόφους, αίμα,
το χρόνο πληγώνει και σας απομακρύνει
ατέλειωτα τον ένα από τον άλλο.

[Μετάφραση: Χριστόφορος Λιοντάκης]

Ο Yves Bergeret παρουσιάζοντας με έντονα συμβολική και αλληγορική διάθεση τη σύντομη συνύπαρξη δύο ανθρώπων πάνω σε μια ταράτσα, επιχειρεί να τονίσει πως ο άλλος άνθρωπος παραμένει πάντοτε ένας άγνωστος τόπος για μας, κρυμμένος υπό το σύθαμπο της άγνοιάς μας για τα περιστατικά της ζωής του και για τα προσωπικά του βιώματα. Ακόμη κι όταν στέκουμε ο ένας πλάι στον άλλον, δεν παύει να μας χωρίζει μια τεράστια απόσταση που είναι σχεδόν ανέφικτο να καλυφθεί.

Να μπεις στο βλέμμα του,
να δεις το βλέμμα του:
ένας αλλότριος ουρανός,
που δεν υποπτευόσουν τους ανέμους, τα άστρα
ή έστω το όνομά του,
σκεπάζει την ταράτσα όπου κάθεσαι.

Η απόπειρα προσέγγισης του άλλου ανθρώπου∙ η απόπειρα γνωριμίας με τον άλλον άνθρωπο, η οποία ξεκινά με το να τον κοιτάξουμε στα μάτια και να δούμε το βλέμμα του, μας αποκαλύπτει αίφνης έναν κόσμο τελείως ξένο σ’ εμάς. Η στιγμή που επιχειρούμε να δούμε τα πράγματα μέσα από τη δική του ματιά, είναι η στιγμή κατά την οποία συνειδητοποιούμε πως γύρω μας υπάρχει ένας άλλος ουρανός, την ύπαρξη, τους ανέμους και τ’ αστέρια του οποίου δεν υποπτευόμασταν καν.

Αν και βρισκόμαστε πλάι στον άλλον άνθρωπο, δεν αντιλαμβανόμαστε ή δεν αναγνωρίζουμε αμέσως πως η δική του ζωή διαφέρει σε τέτοιο βαθμό απ’ τη δική μας, ώστε είναι σαν να ζει και να κινείται σ’ έναν διαφορετικό κόσμο. Έτσι, ακόμη κι αν καθόμαστε μαζί στην ίδια ταράτσα, ο ουρανός που αντικρίζουμε είναι διαφορετικός για τον καθένα μας, αφού ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε ό,τι συμβαίνει γύρω μας διαμορφώνεται και επηρεάζεται από τα προσωπικά μας προβλήματα, μα κι από τις προσωπικές μας επιδιώξεις και προσδοκίες. Ο ουρανός που βλέπει και βιώνει κάθε άνθρωπος αποτελεί καθρέφτισμα της εσωτερικής μοναδικότητάς του, αλλά και των επιμέρους ξεχωριστών συγκυριών που έχουν διαμορφώσει τις ιδιαίτερες συνθήκες της ατομικής του ζωής και ύπαρξης.

Δες, αυτός που κάθεται πλάι σου
ξαπλώνει συγχρόνως στη νύχτα
κάτω απ’ τα δέντρα κάποιου λόφου,
που μπορείς ακόμα να μαντέψεις στον ορίζοντα,
και σφίγγει γύρω από τους ώμους το μανδύα
μιας παλιάς σκέψης, παλιάς
που ακόμα τον ματώνει∙

Ο άνθρωπος που κάθεται δίπλα μας στην ταράτσα, την ίδια ακριβώς στιγμή ξαπλώνει και κάτω από τα δέντρα ενός μακρινού λόφου, την ύπαρξη του οποίου μπορούμε μόνο να μαντέψουμε στα βάθη του ορίζοντα. Το λυκόφως της άγνοιάς μας για τη ζωή και τα βιώματά του καθιστά δυσδιάκριτες τις παράλληλες αγωνίες που ταλανίζουν την ψυχή του, ακόμη και τη στιγμή που βρίσκεται τόσο κοντά μας.

Αν και κάθεται δίπλα μας, ο νους του κινείται κάπου μακριά απορροφημένος σε κάποια παλιά σκέψη∙ σε κάποια σκέψη που αν και αντλείται από εμπειρίες του παρελθόντος έχει ακόμη τη δύναμη να του ματώνει την ψυχή. Μια σκέψη κι ένας πόνος που παραμένουν, ωστόσο, τελείως απρόσιτοι σ’ εμάς, αφού το μόνο που αντιλαμβανόμαστε εμείς είναι η φυσική παρουσία του πλάι μας. Η εσωτερική του πάλη με την οδύνη, που διαφοροποιεί τόσο δραστικά το πώς αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και τον καθιστά τόσο διαφορετικό από εμάς, μένει σ’ εμάς άγνωστη.

στην ταράτσα λέτε λίγα λόγια,
κι ο άνεμος, που με την ακανόνιστη πνοή του
σας συντροφεύει,
είναι η παλίντροπη περιπλάνηση της ψυχής του
πάνω στην ταράτσα, χορταστική
σαν μια μπουκιά φρέσκο ψωμί

Οι λέξεις που ανταλλάσσουμε με τον άνθρωπο αυτό είναι ελάχιστες, μπορούμε όμως να νιώσουμε τις διαρκείς εναλλαγές του ανέμου που συντροφεύει τις στιγμές της πρόσκαιρης αυτής συνύπαρξής μας. Ενός ανέμου που δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα κινήματα της ψυχής του∙ ενός ανέμου που φανερώνει την εσωτερική ένταση της ψυχής του που πάλλει δίπλα μας ολοζώντανη και πασχίζει να εξισορροπήσει την ταραχή που βιώνει απ’ τις οδύνες των τραυμάτων της με το φαινομενικά αδιάφορο γεγονός της δικής μας παρουσίας.

Μπορούμε να νιώσουμε την ψυχή του ανθρώπου δίπλα μας να βρίσκεται στην αδιάκοπη εκείνη ένταση που συνιστά κομμάτι αναπόσπαστο της ύπαρξης, και μπορούμε σχεδόν να γευτούμε την ομορφιά αυτής της αέναης ταραχής. Μια αίσθηση χορταστική, σαν μια μπουκιά φρέσκο ψωμί, που μας θυμίζει εκ νέου την εκπληκτική πληρότητα που προσφέρει από μόνο του το γεγονός της ζωής, ακόμη και στις απλούστερες στιγμές της καθημερινότητας. Έστω κι αν δεν γνωρίζουμε τι είναι αυτό που πληγώνει τον άνθρωπο δίπλα μας, μπορούμε σίγουρα να συναισθανθούμε τη δύναμη που κρύβει η θέληση κάθε ανθρώπου να ζήσει και να παλέψει για το δικαίωμά του στον ευδαιμονισμό της ζωής, παρά τα όποια προβλήματα και βιώματα που δυσχεραίνουν την προσπάθειά του αυτή.

και το γυμνό διάστημα που μας βαραίνει μ’ όλα του τα μάγια,
που τυλίγει και ξετυλίγει όνειρα, λόφους, αίμα,
το χρόνο πληγώνει και σας απομακρύνει
ατέλειωτα τον ένα από τον άλλο

Η ίδια η ζωή, ωστόσο, με τις μαγευτικές εμπειρίες που προσφέρει, με τα όνειρα που μας γεννά και τα οποία αλλάζουν και αλλάζουν ξανά παρασυρμένα από την ατελείωτη σειρά γεγονότων των ανθρώπινου βίου∙ η ίδια η ζωή, με τις απώλειες και τις δυσκολίες που στέλνει στο δρόμο κάθε ανθρώπου, είναι αυτή που δεν μας επιτρέπει να διασχίσουμε την αναγκαία απόσταση για να πλησιάσουμε και να γνωρίσουμε πραγματικά τον άνθρωπο δίπλα μας. Ο χρόνος που μας προσφέρεται δεν επαρκεί, καθώς την ίδια ακριβώς στιγμή αλλεπάλληλα γεγονότα και καταστάσεις επιδρούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ν’ απομακρυνόμαστε ολοένα και περισσότερο ο ένας από τον άλλον, παραμένοντας τελικά για πάντα άγνωστοι μεταξύ μας.

[Χριστόφορος Λιοντάκης, Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998]

*

©Κωνσταντίνος Μάντης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under critique, Mantis, Ξένη Λογοτεχνία